Page 141 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 141
ξερός
ξερός, -ή, -ό 1. που δεν έχει νερό ή υγρα- Αντίθ.: υγρός, βρεγμένος (1)
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) σία, ο στεγνός: ►Το φθινόπω- Συνών: ξηρός (1, 2), άνυδρος
(ξε-ρός) ρο τα ξερά φύλλα των δέντρων (1)
[μεσν. ξερὸς < αρχ. σκεπάζουν τη γη. Σύνθ.: ξεροβόρι, ξεροκέφαλος,
ξηρὸς] 2. που δεν έχει καθόλου ξεροκόμματο, ξερονήσι, ξερο-
βλάστηση: ►Η Μάνη είναι ψήνω
Οικογ. Λέξ.: ξέρα (η), ξερά
ένας ξερός και ορεινός, αλλά (επίρρ.), ξεραΐλα, ξεραίνω
όμορφος τόπος. Φράσεις: ►Έμεινε ξερός (=
3. (μτφ.) για κάτι απότομο, άναυδος, άφωνος)
σύντομο: ►Μας είπε μια ξερή Προσδιοριζ.: κλίμα, ψωμί (1),
καλημέρα κι έφυγε αμέσως. πυροβολισμός (3)
Παροιμ.: ►Κοντά στα ξερά καί-
γονται και τα χλωρά
ξέρω 1. (μτβ.) γνωρίζω, μου είναι Αντίθ.: αγνοώ (1)
(Ρήμα) κάτι γνωστό: ►Ο Γιάννης Σύνθ.: πολυξέρω
(ενεστ. ξέ-ρω, παρατ. ξέρει πολύ καλά το μάθημα της Φράσεις.: ►Ένας θεός ξέρει (=
ήξερα) Ιστορίας. ►Ξέρω πού βρίσκεται για κάτι που δεν μπορεί να το
[μεσν. ξεύρω / (ἠ) η αλήθεια γι’ αυτό το ζήτημα. ξέρει κανείς)
ξεύρω < αρχ. ἐξευ- Παροιμ.: ►Όσα ξέρει ο νοικο-
ρίσκω] 2. (μτβ.) μαθαίνω, πληροφο- κύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος
ρούμαι: ►Ξέρεις ότι το σχολείο όλος
μας θα πάει εκδρομή στη Ρόδο;
ξεχνώ 1. (μτβ.) δε θυμάμαι, λησμο- Αντίθ.: θυμάμαι (1)
(Ρήμα, Ρ5) νώ: ►Ξέχασα τον αριθμό του Οικογ. Λέξ.: ξεχασιάρης, αξέχα-
(ενεστ. ξε-χνώ, αόρ. τηλεφώνου που μου έδωσες. στος
ξέχασα, παθ. αόρ. ξε- 2. (αμτβ.) (μέσ.) δεν κατα-
χάστηκα, παθ. μτχ. λαβαίνω όσα συμβαίνουν
ξεχασμένος) γύρω μου, αφαιρούμαι:
[μεσν. ξεχνῶ < ξε-
χάνω] ►Ξεχάστηκα στην αγορά και
έχασα το λεωφορείο.
ξεχωρίζω 1. (μτβ.) βάζω κάτι χωριστά Συνών: διαχωρίζω (1, 2), ανα-
(Ρήμα, Ρ4) από τα άλλα: ►Ξεχώρισε τα γνωρίζω (3), υπερτερώ (4)
(ενεστ. ξε-χω-ρί-ζω, σκούρα ρούχα και τα έβαλε στο Οικογ. Λέξ.: ξέχωρος, ξέχωρα
αόρ. ξεχώρισα, παθ. πλυντήριο. (επίρρ.), ξεχώρισμα, ξεχωριστός,
αόρ. ξεχωρίστηκα, 2. (μτβ.) προτιμώ, κάνω δι- ξεχωριστά (επίρρ.)
παθ. μτχ. ξεχωρισμέ- άκριση: ►Φέρεται δίκαια και Φράσεις: ►Ξεχώρισε η ήρα απ’
νος) το σιτάρι ( = ξεχώρισε το καλό
[μεσν. < μτγν. ἐκ- δεν ξεχωρίζει κανένα από τα παι- απ’ το κακό)
χωρίζω] διά του.
140
10-0102-16,5X23,5.indd 140 19/11/2015 2:09:32 µµ

