Page 142 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 142

ξυπνώ

                                 3. (μτβ.) διακρίνω, αντιλαμ-
                                 βάνομαι με την όραση ή την
                                 ακοή: ►Τον ξεχώριζες αμέσως
                                 από το παράξενο βάδισμά του.
                                 4. (αμτβ.) διακρίνομαι, δια-
                                 φέρω: ►Στη δουλειά ξεχωρίζει
                                 για την εργατικότητά του.




                   ξίδι (το)     υγρό με ξινή γεύση που πα-  Συνών: όξος
                (Ουσιαστικό, Ο36)  ρασκευάζεται συνήθως από   Σύνθ.: λαδόξιδο
               (ξί-δι,   γεν.   -ιού,  κρασί: ►Βάζει πάντοτε ξίδι στη   Οικογ. Λέξ.: ξιδάτος
               πληθ. -ια)        σαλάτα.                     Προσδιορ.: ξεθυμασμένο
               [μεσν.  ὀξίδιον  <                            Φράσεις: ►Να πιει ξίδι! (= να
               υποκορ.  του  αρχ.                            ξεθυμώσει)
               ὄξος (= ξίδι)]

                   ξοδεύω        1. (μτβ.) δίνω ένα χρηματι-  Συνών:  δαπανώ,  πληρώνω  (1),
                     (Ρήμα, Ρ2)  κό  ποσό,  για  να  αγοράσω   καταναλώνω (2)
               (ενεστ. ξο-δεύ-ω, αόρ.  κάτι: ►Ξόδεψε πολλά χρήματα,   Σύνθ.: καταξοδεύομαι
               ξόδεψα, παθ. αόρ. ξο-  για να αγοράσει  το σπίτι του.  Οικογ. Λέξ.: ξόδεμα, ξόδιασμα,
               δεύτηκα,  παθ.  μτχ.   2.  (μτβ.)  χρησιμοποιώ  ένα   ξοδευτής
               ξοδε(υ)μένος)     αγαθό, για να ικανοποιήσω
               [μεσν. < μτγν. ἐξο-
               δεύω  (=  αναχωρώ,   κάποια ανάγκη μου: ►Φέτος
               φεύγω) < ἔξοδος]   ξοδέψαμε  πολύ  πετρέλαιο  για
                                 θέρμανση.




                    ξυπνώ        1.  (αμτβ.)  σταματώ  να  κοι-  Συνών: αφυπνίζω (2)
                       (Ρήμα, Ρ5)  μάμαι: ►Ξύπνησα αργά κι άρ-  Οικογ.  Λέξ.:  ξύπνημα,  ξυπνη-
               (ενεστ.  ξυ-πνώ,  αόρ.  γησα να πάω στο σχολείο.  τός, ξυπνητήρι
               ξύπνησα)          2. (μτβ.) διακόπτω τον ύπνο
               [μεσν.  ξυπνῶ  <   κάποιου: ►Θέλω να με ξυπνή-
               μτγν. ἐξυπνῶ < ἐκ   σεις αύριο στις οχτώ.
               + ὑπνῶ]
                                 3. (αμτβ.)  (μτφ.) αρχίζω να
                                 καταλαβαίνω  σωστά  όσα
                                 συμβαίνουν:  ►Ξύπνα και δες
                                 ότι αυτός ο άνθρωπος δε σου λέει
                                 την αλήθεια!








                                                  141





       10-0102-16,5X23,5.indd   141                                                  19/11/2015   2:09:32 µµ
   137   138   139   140   141   142   143   144   145   146   147