Page 143 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 143
ξυπόλυτος
ξυπόλυτος -η, 1. αυτός που δε φοράει πα- Συνών: ανυπόδητος (1)
-ο πούτσια ή και κάλτσες: Φράσεις: ►Πάω ξυπόλυτος στ’
(Επίθετο, Ε2, έμψυ- ►Στην παραλία περπατούσε συ- αγκάθια (= κινδυνεύω, επειδή
χα) χνά ξυπόλυτος. δεν είμαι έτοιμος για κάτι)
(ξυ-πό-λυ-τος) 2. (μτφ.) (για άνθρωπο) πολύ
[μέσν. < ξυπόλυ- φτωχός: ►Ξεκίνησε ξυπόλυ-
τος < ἐξυπόλυτος < τος και με την εργασία του έγινε
ἐξυπολύομαι] νοικοκύρης.
142
10-0102-16,5X23,5.indd 142 19/11/2015 2:09:32 µµ

