Page 144 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 144
όγκος (ο) 1. ο χώρος που πιάνει ένα Σύνθ.: ογκόλιθος, ογκολόγος,
(Ουσιαστικό, Ο14 ) στερεό, υγρό ή αέριο σώμα: υπέρογκος
(ό-γκος) ►Η μονάδα μέτρησης του όγκου Οικογ. Λέξ.: ογκίδιο, ογκώδης
[αρχ. ὄγκος] είναι το κυβικό μέτρο. Προσδιορ.: άμορφος, συμπα-
2. (μτφ.) μεγάλο πλήθος, με- γής, γεωμετρικός (1)
γάλη ποσότητα: ►Οι μαθητές
της τελευταίας τάξης έχουν με-
γάλο όγκο εργασίας για γράψιμο.
οδηγώ 1. (μτβ.) χειρίζομαι και κινώ Συνών: καθοδηγώ (2)
(Ρήμα, Ρ5) κάποιο όχημα: ►Οδηγούσε το Σύνθ.: καθοδηγώ
(ενεστ. ο-δη-γώ, αόρ. λεωφορείο με μεγάλη προσοχή. Οικογ. Λέξ.: οδήγημα, οδήγη-
οδήγησα, παθ. αόρ. 2. (μτβ.) δείχνω τον δρόμο ση, οδηγισμός, (καθ)οδηγητής,
οδηγήθηκα, παθ. σε κάποιον, τον κατευθύνω οδηγήτρια, οδηγία
μτχ. οδηγημένος) εκεί που πρέπει: ►Τους οδή-
[αρχ. ὁδηγῶ < ὁδὸς
+ ἄγω] γησε στο μοναστήρι μέσα από
ένα παλιό μονοπάτι.
οδός (η) 1. δρόμος: ►Μένω στην οδό Σύνθ.: οδοιπόρος, οδοκαθαρι-
(Ουσιαστικό) Σολωμού 44. στής, άνοδος, είσοδος, έξοδος,
(ο-δός, γεν. -ού, 2. (μτφ.) μέθοδος, ο τρό- πάροδος, πρόοδος, σύνοδος,
πληθ. -οί) πος που ενεργεί κάποιος: οδόφραγμα
[αρχ. ὁδὸς] ►Ακολουθεί τη νόμιμη οδό, για Προσδιορ.: κεντρική, παραλια-
να λύσει τα προβλήματά του. κή (1)
Φράσεις: ►Καθ’ οδόν (= κατά
τη διάρκεια της πορείας)
143
10-0102-16,5X23,5.indd 143 19/11/2015 2:09:32 µµ

