Page 145 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 145

οικογένεια

                   οικογένεια (η)   1.  ομάδα  ατόμων  που  συν-  Σύνθ.: οικογενειάρχης
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  δέονται μεταξύ τους με δε-  Οικογ. Λέξ.: οικογενειακός
                  (οι-κο-γέ-νει-α)  σμούς αίματος και συνήθως   Προσδιορ.:  αξιότιμη,  ένδοξη,
                  [μτγν. οἰκογένεια   ζουν  στην  ίδια  κατοικία:   ιστορική, πολυμελής (1)
                  < οἰκογενὴς (= δού-  ►Η  οικογένειά  του  αποτελείται
                  λος γεννημένος    από τέσσερα άτομα.
                  στο σπίτι)]
                                    2. ομάδα ανθρώπων, ζώων,
                                    φυτών  και  πραγμάτων  με
                                    κοινά χαρακτηριστικά: ►Το
                                    λιοντάρι, η τίγρη και ο πάνθη-
                                    ρας  ανήκουν  στην  οικογένεια
                                    των αιλουροειδών.



                  οικολόγος (ο, η)  αυτός που ενδιαφέρεται για  Οικογ. Λέξ.: οικολογία, οικολο-
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  τα  προβλήματα  του  περι-  γικός, οικοδεσπότης, οικοδόμος,
                  (οι-κο-λό-γος)    βάλλοντος  και  αγωνίζεται   οικόπεδο,  οικοτεχνία,  οικοτρο-
                  [οικολόγος < πρβλ.   για  την  επίλυσή  τους:  ►Οι   φείο, οικόσημο, οικοσύστημα
                  αγγλ. ecologist]  οικολόγοι  αγωνίζονται  για  την
                                    προστασία της  θάλασσας  από τη
                                    ρύπανση.

                   οικονομία (η)    1.  το  σύνολο  των  δραστη-  Αντίθ.: σπατάλη  (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  ριοτήτων  που  έχουν  σχέση   Σύνθ.: οικονομολόγος
                  (οι-κο-νο-μί-α)   με  την  παραγωγή  και  την   Οικογ.  Λέξ.:  (εξ)οικονομώ,  οι-
                  [αρχ. οἰκονομία <   κατανάλωση  των  αγαθών:   κονόμος, οικονομικός
                  οἰκονόμος]        ►Κάθε  χώρα  ενδιαφέρεται  για   Προσδιορ.:  αγροτική,  εθνική,
                                    την  ανάπτυξη  της  οικονομίας   οικιακή,  πολιτική,  ελεύθερη,
                                                                αναπτυγμένη,  αναπτυσσόμενη
                                    της.                        (1)
                                    2.  το    να  μην  κάνει  κανείς
                                    πολλά έξοδα: ► Έκανε πολλές
                                    οικονομίες, για να σπουδάσει τα
                                    παιδιά του.

                     οιωνός (ο)     1.  μαντικό  πουλί  που  από  Συνών: σημάδι, προμήνυμα (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  το πέταγμα και τις κραυγές   Σύνθ.:  οιωνοσκόπος, οιωνοσκο-
                  (οι-ω-νός,  γεν.  -ού,  του οι μάντεις στην αρχαία   πία
                  πληθ. -οί)        Ελλάδα προέβλεπαν το μέλ-
                  [αρχ. οἰωνὸς]     λον: ►Το πέταγμα και το κρώ-
                                    ξιμο του οιωνού δήλωναν αυτό
                                    που θα συνέβαινε στο μέλλον.






                                                    144





       10-0102-16,5X23,5.indd   144                                                  19/11/2015   2:09:32 µµ
   140   141   142   143   144   145   146   147   148   149   150