Page 146 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 146
ομαλός
2. (συνήθ. μτφ.) κάθε ση-
μείο που μας επιτρέπει να
κάνουμε πρόβλεψη για το
μέλλον: ►Οι παγκόσμιοι κω-
πηλατικοί αγώνες ξεκίνησαν με
καλούς οιωνούς.
όλεθρος (ο) η πλήρης καταστροφή, η Αντίθ.: λύτρωση, σωτηρία
(Ουσιαστικό, Ο16) ολοκληρωτική φθορά: ►Ο Συνών: αφανισμός
(ό-λε-θρος, γεν. -ου, πόλεμος είναι ένας πραγματικός Σύνθ.: πανωλεθρία
πληθ. - ) όλεθρος για τους ανθρώπους και Προσδιορ.: ανεπανόρθωτος,
[αρχ. ὄλεθρος < το περιβάλλον. ολικός
ὄλλυμι (= αφανί-
ζω, καταστρέφω)]
όλος, -η, -ο 1. ολόκληρος: ►Μερικές φο- Συνών.: πλήρης, ακέραιος (1)
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) ρές χρειάζεται να ταξιδεύει όλη Σύνθ.: ολόγιομος, ολόκληρος,
(ό-λος) την ημέρα, για να φτάσει στον ολονυχτία
[αρχ. ὅλος] προορισμό του. Οικογ. Λέξ.: ολικός, ολότητα
2. (με άρθρο) ολικός, συνο- Φράσεις: ►Όλα κι όλα (= δέχο-
μαι τα πάντα εκτός από αυτό)
λικός: ►Η όλη εργασία για την ►Μέσα σ’ όλα (= παντού)
έκδοση του βιβλίου τελειώνει
σύντομα.
ομάδα (η) 1. σύνολο προσώπων ή και Σύνθ.: ομαδοποίηση, ομαδάρ-
(Ουσιαστικό, Ο21) πραγμάτων με κοινό χαρα- χης
(ο-μά-δα) κτηριστικό: ►Μια ομάδα μα- Οικογ. Λέξ.: ομαδικός, ομαδικά
[αρχ. ὁμὰς, -άδος] θητών του σχολείου παρουσίασε (επίρρ.), ομαδικότητα
μία θεατρική παράσταση. Προσδιορ.: αθλητική, πειθαρ-
2. σύνολο αθλητών που χημένη, εθνική (1, 2), θεατρική,
ασχολούνται με το ίδιο ομα- κοινοβουλευτική, πολιτική (1)
Φράσεις: ►Ομάδα αίματος (=
δικό άθλημα και αντιμετω- για καθεμία από τις κατηγορίες
πίζουν άλλες αντίστοιχες αίματος)
ομάδες: ►Η εθνική ομάδα στί-
βου πέτυχε σημαντικές νίκες.
ομαλός, -ή, -ό 1. που είναι επίπεδος και
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα ίσιος, χωρίς εξογκώματα ή
και άψυχα) εσοχές: ►Ο δρόμος που βγάζει
(ο-μα-λός) στο εκκλησάκι είναι ομαλός και
[αρχ. ὁμαλὸς < χωρίς λακκούβες.
ὁ-μὸς] 2. (μτφ.) αυτός που είναι
φυσιολογικός, κανονικός:
►Χάρη στις προσπάθειες της
145
10-0102-16,5X23,5.indd 145 19/11/2015 2:09:32 µµ

