Page 147 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 147
ομογένεια
Τροχαίας, η κίνηση στους δρό- Αντίθ.: ανώμαλος (1), αντικανο-
μους εξακολουθεί να είναι ομα- νικός (2)
λή. Σύνθ.: ανώμαλος
Οικογ. Λέξ.: ομαλά (επίρρ.),
ομαλότητα, (εξ)ομαλύνω, (εξ)
ομάλυνση
Προσδιοριζ.: κυκλοφορία, σχέ-
σεις (οι), διαδοχή (2)
ομογένεια (η) 1. η προέλευση από το ίδιο Συνών.: ομοεθνία (1)
(Ουσιαστικό, Ο20) γένος, η κοινή καταγωγή: Οικογ. Λέξ.: ομογενής
(ο-μο-γέ-νει-α) ►Η κάθε ομογένεια υποστηρίζει
[μτγν. ὁμογένεια < τα δίκαια της χώρας της.
ὁμογενὴς] 2. το σύνολο των Ελλήνων
που ζουν μόνιμα σε χώρα
του εξωτερικού: ►Η ελληνι-
κή ομογένεια είναι εγκαταστη-
μένη και στις πέντε ηπείρους.
όμοιος, -α, -ο 1. αυτός που έχει τα ίδια Αντίθ.: ανόμοιος, διαφορετικός
(Επίθετο, Ε4, έμψυχα γνωρίσματα με άλλον: ►Στο (1), κατώτερος (2)
και άψυχα) πρόσωπο είναι όμοιος με τον Συνών.: ίδιος, παρόμοιος, πα-
(ό-μοι-ος) παππού του. ρεμφερής (1)
[αρχ. ὅμοιος < 2. ισάξιος, ισοδύναμος, ισό- Σύνθ.: ομοιοκαταληξία, ομοιο-
ὁ-μὸς] τιμος: ►Στο άλμα εις μήκος μορφία, ομοιογενής, ανόμοιος,
παρόμοιος
τρεις μαθητές της τάξης έχουν Οικογ. Λέξ.: όμοια (επίρρ.),
όμοιες επιδόσεις. μοιάζω, ομοιότητα, ομοίωμα
Προσδιοριζ.: χαρακτήρας, φυ-
σιογνωμία (1)
ομόνοια (η) ειρηνική και αρμονική Αντίθ.: διχόνοια
(Ουσιαστικό, Ο20) συμβίωση με άλλους στο Συνών.: ομοψυχία
(ο-μό-νοι-α, γεν. ίδιο περιβάλλον: ►Οι δυο Οικογ. Λέξ.: ομονοώ, μονοιά-
-ας, πληθ. – ) λαοί ζουν με ομόνοια και συνερ- ζω, μόνοιασμα
[αρχ. ὁμόνοια < γασία. Προσδιορ.: οικογενειακή, εθνι-
ὁμόνους] κή
Παροιμ.: ►Η ομόνοια φτιάχνει
σπίτι κι η διχόνοια το χαλάει
όμορφος, -η, -ο 1. αυτός που είναι ωραίος, Σύνθ.: ομορφάνθρωπος, ομορ-
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα ελκυστικός: ►Η Λέσβος είναι φόπαιδο, πεντάμορφος, πανέ-
και άψυχα) ένα όμορφο νησί του Βορείου μορφος
(ό-μορ-φος) Αιγαίου. Οικογ. Λέξ.: όμορφα (επίρρ.),
[μεσν. ἔμμορφος < 2. που προκαλεί ευχάριστα ομορφιά, ομορφαίνω
αρχ. εὔμορφος < εὐ συναισθήματα: ►Τα παιδικά Αντίθ.: άσχημος (1)
+ μορφὴ] χρόνια συνδέονται με όμορφες Προσδιοριζ.: νησί, πίνακας,
χρόνια (τα), ζωή, μάτια (τα) (1,
αναμνήσεις. 2)
146
10-0102-16,5X23,5.indd 146 19/11/2015 2:09:32 µµ

