Page 148 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 148
οξυγόνο
όνειρο (το) 1. φανταστικά γεγονότα Συνών.: ονειροπόλημα (2)
(Ουσιαστικό, Ο34) που βλέπουμε, όταν κοιμό- Σύνθ.: ονειροπόλος, ονειροκρί-
(ό-νει-ρο, γεν. μαστε: ►Είδα ένα παράξενο της, ονειροπαρμένος
-είρου, πληθ. -α, όνειρο και φοβήθηκα πολύ. Οικογ. Λέξ.: ονειρεύομαι, ονει-
-είρατα) 2. έντονη επιθυμία, πόθος: ρικός
[αρχ. ὄνειρον] Προσδιορ.: ανεξήγητο, εφιαλ-
►Το όνειρό του ήταν να ταξιδέ- τικό, (1), απραγματοποίητο (2),
ψει σε ολόκληρο τον κόσμο. ωραίο (1, 2, 3)
3. καθετί ιδιαίτερα ωραίο:
►Η χθεσινή βραδιά με την παν-
σέληνο ήταν ένα όνειρο.
όνομα (το) 1. το βαπτιστικό όνομα: ►Η Σύνθ: ονοματεπώνυμο, ονομα-
(Ουσιαστικό, Ο40) νονά έδωσε στο παιδί μου το τολογία
(ό-νο-μα, γεν. όνομα Βασίλης. Οικογ. Λέξ: ονομάζω, ονομα-
-όματος, πληθ. 2. (γραμμ.) κάθε λέξη που σία, ονομαστός, ονομαστικός,
-όματα) δηλώνει πρόσωπο, ζώο ή ονοματίζω
[αρχ. ὄνομα] πράγμα (όνομα ουσιαστικό) Προσδιορ: δοξασμένο, τιμημέ-
ή τις ιδιότητές τους (όνομα νο (1), υποκοριστικό, μεγεθυ-
ντικό, προσηγορικό (= όχι τα
επίθετο): ►Τα ονόματα, ουσι- κύρια) (2)
αστικά και επίθετα, είναι λέξεις Φράσεις: ►Για όνομα του Θεού
που κλίνονται. (= για έντονη διαμαρτυρία)
►Όνομα και μη χωριό (= για
πρόσωπα που δε θέλουμε να κα-
τονομάσουμε)
Παροιμ.: ►Κάλλιο να σου βγει
το μάτι παρά το όνομα
οξυγόνο (το) 1. άχρωμο και άοσμο αέριο Σύνθ.: οξυγονοκόλληση, οξυγο-
(Ουσιαστικό, Ο32) που είναι βασικό συστατικό νοθεραπεία
(ο-ξυ-γό-νο) του ατμοσφαιρικού αέρα Οικογ. Λέξ.: οξυγονούχος, οξυ-
[λόγ. οξυγόνο < και του νερού: ►Το οξυγόνο γονώνω, οξυγόνωση
ὀξὺ + γόνος] είναι απαραίτητο για την ύπαρξη
ζωής.
2. (μτφ.) ο υγιεινός, ο καθα-
ρός αέρας: ►Κάθε καλοκαίρι
πηγαίνουμε στο χωριό, για να
χορτάσουμε οξυγόνο.
147
10-0102-16,5X23,5.indd 147 19/11/2015 2:09:32 µµ

