Page 149 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 149

όπλο

                     όπλο (το)      1.  καθετί  που  χρησιμοποι-  Σύνθ:  οπλαρχηγός,  οπλοφορία,
                   (Ουσιαστικό, Ο32)  ούμε  για  άμυνα,  επίθεση  ή  άοπλος,  πάνοπλος
                  (ό-πλο)           κυνήγι: ►Το ρόπαλο ήταν ένα   Οικογ.  Λέξ.:  οπλή,  οπλίζω,
                  [αρχ. ὅπλον]      από τα αρχαιότερα όπλα για την   οπλίτης, οπλισμός
                                    άμυνα του ανθρώπου.         Προσδιορ.:  βιολογικό,  κυνηγε-
                                    2.  (μτφ.)  οτιδήποτε  χρησι-  τικό, πρωτόγονο, πυρηνικό (1)
                                    μεύει  για  την  επιτυχία  κά-  Φράσεις:  ►Καταθέτω  τα  όπλα
                                                                (= παραδίνομαι, συνθηκολογώ)
                                    ποιου  σκοπού:  ►Ένα  σημα-  ►Ρίχνω τα όπλα (= τρέπομαι σε
                                    ντικό όπλο για την επιτυχία στις   φυγή)
                                    εξετάσεις  είναι  η  συστηματική
                                    προετοιμασία.


                    όργανο (το)     1.  εργαλείο  που  χρησιμο-  Σύνθ.:  οργανοπαίχτης,  ενόργα-
                   (Ουσιαστικό, Ο34)  ποιεί κάποιος, για να κάνει  νος, ανόργανος
                  (όρ-γα-νο, γεν.   κάτι:  ►Ο  διαβήτης  είναι  ένα   Οικογ. Λέξ.: οργανικός,  οργα-
                   -άνου, πληθ. -α)  γεωμετρικό όργανο.         νώνω, οργάνωση, οργανωτής
                  [αρχ. ὄργανον]    2.  κάθε  μέρος  του  οργανι-  Προσδιορ.: άβουλο, πειθήνιο (3),
                                    σμού  που  επιτελεί  μια  ορι-  μουσικό,  γεωμετρικό  (1),  ευαί-
                                    σμένη  λειτουργία:  ►Το  μάτι   σθητο (1, 2)
                                    είναι το όργανο της όρασης.
                                    3.  πρόσωπο  που  το  χρησι-
                                    μοποιούν οι άλλοι για δικό
                                    τους  συμφέρον:  ►Χωρίς  να
                                    το καταλάβει,  έγινε όργανο των
                                    αντιπάλων του.
                     οργίζομαι      (αμτβ.)  βρίσκομαι  σε  κα-  Συνών: θυμώνω, εξοργίζομαι
                      (Ρήμα, Ρ4)    τάσταση  μεγάλου  θυμού  ή   Σύνθ.: εξοργίζομαι
                  (ενεστ. ορ-γί-ζο-μαι,   αγανάκτησης:   ►Οργίζομαι   Οικογ. Λέξ.: οργή, οργίλος
                  παθ. αόρ. οργίστηκα,  πάρα πολύ, όταν σκέφτομαι πως   Φράσεις: ►Οργισμένα νιάτα (=
                  παθ.  μτχ.  οργισμέ-  υπάρχουν άνθρωποι που βασανί-  ασυμβίβαστοι νέοι)
                  νος)              ζουν τα ζώα.
                  [αρχ. ὀργίζομαι]
                   ορεινός, -ή, -ό  1.  αυτός  που  σχετίζεται  με  Αντίθ.: πεδινός, καμπίσιος (2)
                  (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  το  βουνό:  ►Πολλές  περιοχές   Συνών.: βουνίσιος, ορεσίβιος (1)
                  και  άψυχα)       της Ελλάδας  έχουν ορεινό κλί-  Σύνθ.: ημιορεινός
                  (ο-ρει-νός)       μα.                         Οικογ. Λέξ.: όρος, ορεινά (τα)
                  [αρχ.   ὀρεινὸς   <   2.  τόπος  που  έχει  πολλά   Προσδιοριζ.: όγκος, χωριό (1, 2)
                  ὄ-ρος]            βουνά: ►Η Ελλάδα είναι ορει-
                                    νή χώρα.










                                                    148





       10-0102-16,5X23,5.indd   148                                                  19/11/2015   2:09:32 µµ
   144   145   146   147   148   149   150   151   152   153   154