Page 150 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 150

ορμώ

               ορθοπεδικός (ο)   ο ειδικευμένος γιατρός που
                (Ουσιαστικό, Ο13)  ασχολείται  με  τις  παθήσεις
               (ορ-θο-πε-δι-κός)  του  κινητικού  συστήματος,
               [λόγ.   <   γαλλ.   δηλ.  των  οστών,  των  αρ-
               orthopédique]     θρώσεων και των μυών: ►Ο
                                 ορθοπεδικός  επισκέφτηκε  το
                                 σχολείο,  για  να  διαπιστώσει  αν
                                 υπάρχουν  μαθητές  με  σκολίω-
                                 ση (= πάθηση της σπονδυλικής
                                 στήλης).




                ορίζοντας (ο)    η νοητή γραμμή όπου ο ου-   Οικογ. Λέξ.: οριζόντιος, οριζο-
                 (Ουσιαστικό, Ο3)  ρανός  φαίνεται  να  ακου-  ντιώνω
               (ο-ρί-ζο-ντας)    μπά    τη  γη  ή  τη  θάλασσα:   Προσδιορ.: μακρινός,  τεχνητός,
               [λόγ.  <  αρχ.  ὁρί-  ►Ένα μεγάλο πλοίο φάνηκε μα-  στενός, ευρύς, νέος, υδροφόρος
               ζων]              κριά στον ορίζοντα.         Φράσεις:  ►Ανοίγω  νέους  ορί-
                                                             ζοντες  (=  δημιουργώ  καινούρ-
                                                             γιες  προοπτικές)  ►Κάτι  φαίνε-
                                                             ται στον ορίζοντα (= κάτι αρχί-
                                                             ζει να γίνεται)





                ορκωμοσία (η)    το να ορκίζεται κανείς ενώ-  Προσδιορ.: επίσημη
                (Ουσιαστικό, Ο19)  πιον  επίσημης  αρχής  κατά
               (ορ-κω-μο-σί-α )  την  ανάληψη  καθηκόντων,
               [αρχ.  ὁρκωμοσία  <   την ολοκλήρωση των σπου-
               ὅρκος + ὄμνυμι]   δών του κ.ά.:  ►Η ορκωμοσία
                                 των βουλευτών γίνεται ενώπιον
                                 του Προέδρου της Δημοκρατίας.



                    ορμώ         1.  (αμτβ.)  κινούμαι  βιαστι-  Σύνθ.: εξορμώ, εφορμώ
                   (Ρήμα, Ρ5)    κά προς τα εμπρός: ►Οι φί-  Οικογ.  Λέξ.:  ορμή,  ορμητήριο,
               (ενεστ.  ορ-μώ,  αόρ.  λαθλοι όρμησαν στο γήπεδο, για   ορμητικός, ορμητικότητα
               όρμησα)           να  πανηγυρίσουν  τη  νίκη  της
               [αρχ. ὁρμῶ < ὁρμὴ]  ομάδας τους.
                                 2. (μτβ.)  κάνω επίθεση: ►Ο
                                 εχθρός  όρμησε  εναντίον  της
                                 φρουράς του κάστρου με όλες τις
                                 δυνάμεις που διέθετε.





                                                  149





       10-0102-16,5X23,5.indd   149                                                  19/11/2015   2:09:32 µµ
   145   146   147   148   149   150   151   152   153   154   155