Page 151 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 151

όρος

                      όρος (ο)      1. απαραίτητη προϋπόθεση,  Σύνθ.: ορολογία
                   (Ουσιαστικό, Ο14)  για  να  υπάρξει  κάτι  άλλο:   Προσδιορ.: επιστημονικός, μου-
                  (ό-ρος)           ►Θα  έρθω  μαζί  σου  διακοπές,   σικός, διεθνής, ασαφής
                  [λόγ. < αρχ. ὅρος]  υπό τον όρο ότι  θα πάμε σε κά-  Φράσεις:  ►Όροι  του  κλάσμα-
                                    ποιο νησί.                  τος (= ο αριθμητής και ο παρο-
                      Προσοχή!      2.  (πληθ.)  παράγοντες  που   νομαστής)  ►Μέσος  όρος  (=  το
                  όρος (το) =  το βου-                          ενδιάμεσο μεταξύ δύο ακραίων
                  νό                επηρεάζουν την εργασία, τη   σημείων) ►Εφ’ όρου ζωής (= για
                  ορός (ο) = διάλυμα   ζωή και τις δραστηριότητες   ολόκληρη τη ζωή) ►Άνευ όρων
                  που  χρησιμοποιεί-  κάποιου:  ►Οι  όροι  εργασίας  (= χωρίς περιορισμούς)
                  ται για θεραπευτι-  των  ναυτικών  έχουν  βελτιωθεί
                  κούς σκοπούς      σε σημαντικό βαθμό.
                                    3. η ονομασία ενός πράγμα-
                                    τος ή μιας έννοιας στην επι-
                                    στήμη ή την τέχνη:
                                    ►Η  λέξη  «οπτική»  είναι  όρος
                                    της Φυσικής.



                     ουσία (η)      1.  κάθε  είδος  ύλης,  φυσικό  Συνών.:  νόημα,  βάρος,  σπου-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  σώμα:  ►Στο  γάλα  υπάρχουν   δαιότητα (2)
                  (ου-σί-α)         πολλές θρεπτικές ουσίες.    Σύνθ.:  απουσία,  εξουσία,  πα-
                  [αρχ. οὐσία < οὖσα   2.  το  πιο  σημαντικό  στοι-  ρουσία, περιουσία
                  < εἰμὶ]           χείο, ό,τι είναι σπουδαιότε-  Οικογ.  Λέξ.:  ουσιώδης,  ουσιω-
                                    ρο  και  σοβαρότερο  σ’  ένα   δώς  (επίρρ.),  ουσιαστικός,  ουσι-
                                                                αστικό (το), ουσιαστικά (επίρρ.)
                                    θέμα, μια υπόθεση κ.λπ.: ►Ο   Προσδιορ.:  οργανική,  ανόρ-
                                    ανταποκριτής  της  εφημερίδας  γανη,  δηλητηριώδης,  θρεπτική,
                                    προσπάθησε να καταγράψει την  τοξική, φαρμακευτική (1)
                                    ουσία των γεγονότων.        Φράσεις: ►Ξοδεύω φαιά ουσία
                                                                (=  σκέφτομαι)  ►Στην  ουσία  /
                                                                κατ’ ουσία (= στην πραγματικό-
                                                                τητα)





                      οφείλω        1.  (μτβ.)  χρωστώ:  ►Αγόρασα  Συνών.: χρωστώ (1, 2)
                       (Ρήμα)       σπίτι και οφείλω χρήματα στην   Οικογ.  Λέξ.:  όφελος,  οφειλή,
                  (ενεστ. ο-φεί-λω, πα-  Τράπεζα.               οφειλέτης
                  ρατ. όφειλα)      2.  (μτβ.)  είμαι  υποχρεωμέ-
                  [αρχ. ὀφείλω]     νος, έχω καθήκον να κάνω
                                    κάτι:  ►Οφείλω  πολλά  στους
                                    δασκάλους μου.






                                                    150





       10-0102-16,5X23,5.indd   150                                                  19/11/2015   2:09:33 µµ
   146   147   148   149   150   151   152   153   154   155   156