Page 152 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 152
όψη
όψη (η) 1. η εξωτερική εμφάνιση: Συνών.: θωριά (1, 2)
(Ουσιαστικό, Ο27) ►Η μπροστινή όψη του κτιρίου Σύνθ.: άποψη, κάτοψη, πρόσο-
(ό-ψη, γεν. -ης, -εως, είναι διακοσμημένη με μάρμαρο. ψη, σύνοψη
πληθ. -εις) 2. η φυσιογνωμία, το πρό- Προσδιορ.: ευχάριστη, θλιμμέ-
[λόγ. < αρχ. ὄψις < σωπο και η έκφραση ενός νη, ταλαιπωρημένη (1, 2)
ὁρῶ (= βλέπω)] ατόμου: ►Από την όψη του Φράσεις: ►Λαμβάνω / έχω
φαινόταν ότι δεν ήταν καλά υπόψη μου (= δεν ξεχνώ) ►Η
άλλη όψη του νομίσματος (= η
στην υγεία του. αντίθετη πλευρά ενός ζητήμα-
τος) ►Οι δυο όψεις του ίδιου
νομίσματος (= για δυο πράγμα-
τα που είναι ίδια)
151
10-0102-16,5X23,5.indd 151 19/11/2015 2:09:33 µµ

