Page 153 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 153
πάθος (το) 1. βάσανα, μαρτύριο: ►Η Μ. Σύνθ.: παθολογία, παθολόγος,
(Oυσιαστικό, O37) Εβδομάδα είναι η Εβδομάδα των παθογόνος
(πά-θος, γεν. Παθών του Χριστού. Οικογ. Λέξ.: πάσχω, πάθημα,
-ους, πληθ. -η) 2. έντονη επιθυμία για κάτι: παθητικός
[αρχ. πάθος < πά- ►Έχει μεγάλο πάθος με τη συλ-
σχω] λογή παλιών αντικειμένων.
παιδεύω (μτβ.) ταλαιπωρώ, καταπο- Συνών: βασανίζω
(Ρήμα, Ρ2) νώ κάποιον: ►Τον παίδεψε Σύνθ.: εκπαιδεύω, μετεκπαιδεύω
(ενεστ. παι-δεύ-ω, πολύ η λύση του προβλήματος Οικογ. Λέξ.: παίδεμα, παιδε-
αόρ. παίδεψα, παθ. μός, παιδεία, απαίδευτος
αόρ. παιδεύτηκα, των Μαθηματικών.
παθ. μτχ. παιδεμέ-
νος)
[αρχ. παιδεύω (=
εκπαιδεύω, μορ-
φώνω, διαπαιδα-
γωγώ)]
παίρνω 1. (μτβ.) πιάνω κάτι με το Σύνθ.: αποπαίρνω, ξαναπαίρ-
(Ρήμα) χέρι μου: ►Πήρε το βιβλίο και νω, συνεπαίρνω
(ενεστ. παίρ-νω, αόρ. το έβαλε στην τσάντα του. Οικογ. Λέξ.: πάρσιμο
πήρα, παθ. αόρ. πάρ-
θηκα, παθ. μτχ. παρ- 2. (μτβ.) κλέβω, αρπάζω: Φράσεις: ►Πήραν τα μυαλά
μένος) ►Του πήραν το πορτοφόλι από του αέρα
[μεσν. ἐπαίρνω < την τσέπη. ►Το πήρε πολύ πάνω του (=
αρχ. ἐπαίρω (= ση- 3. (μτβ.) αγοράζω: ►Πήραμε υπερηφανεύεται)
κώνω κάτι)] καινούργιο αυτοκίνητο. ►Παίρνω τα μέτρα μου (= προ-
Προσοχή!
παίρνω = πιάνω 4. (μτβ.) χρησιμοποιώ μετα- σέχω)
κάτι με το χέρι φορικό μέσο: ►Πήρε το τρένο
μου, κρατώ και πήγε στη Θεσσαλονίκη.
περνώ = διαβαίνω 5. (μτβ.) κυριεύω: ►Οι εχθροί
πήραν το κάστρο ύστερα από με-
γάλη πολιορκία.
152
10-0102-16,5X23,5.indd 152 19/11/2015 2:09:33 µµ

