Page 154 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 154

παράδειγμα

                πανελλήνιος,     1. αυτός που ανήκει ή ανα-  Σύνθ.: πανελληνιονίκης
                    -ια,-ιο      φέρεται  σε    όλους  τους   Οικογ.  Λέξ.:  πανελλήνια,  πα-
               (Επίθετο, Ε4, άψυχα)  Έλληνες:  ►Ξεκίνησαν  οι  πα-  νελληνίως (επίρρ.)
               (πα-νελ-λή-νι-ος)  νελλήνιοι αγώνες στίβου.   Προσδιοριζ.:  έρανος,  αγώνες
               [αρχ.  πανελλήνιος  2.  (ουδ.  το  πανελλήνιο):  το   (οι), εκστρατεία, πένθος, διαγω-
               < πᾶν + Ἕλλην]    σύνολο  των  Ελλήνων,  όλη   νισμός, συνέδριο, ρεκόρ (1)
                                 η Ελλάδα: ►Το ποιητικό έργο
                                 του Γιάννη Ρίτσου είναι γνωστό
                                 στο πανελλήνιο.

                πανηγύρι (το)    1. ομαδική γιορτή προς τιμή  Σύνθ.:  εμποροπανήγυρη,  ζωο-
                (Ουσιαστικό, Ο36)  ενός  αγίου:  ►Στο  πανηγύρι   πανήγυρη
               (πα-νη-γύ-ρι, γεν.  της Παναγίας της Τήνου μαζεύ-  Οικογ.  Λέξ.:  πανηγυρίζω,  πα-
                -ού, πληθ. -α)   ονται προσκυνητές από όλη την   νηγυρισμός, πανηγυριώτης
               [μεσν. πανηγύριον    Ελλάδα.                  Προσδιορ.:  ετήσιο,  ξακουστό,
               < υποκορ. αρχ. πα-  2.  ομαδική  διασκέδαση,   πραγματικό, χαρούμενο (1, 2)
               νήγυρις]
                                 γλέντι: ►Στην ονομαστική του
                                 εορτή έκανε μεγάλο πανηγύρι.
                   παράγω        1.  (μτβ.)  γεννάω,  βγάζω  σε  Σύνθ.: αναπαράγω
                    (Ρήμα)       μεγάλη ποσότητα: ►Ο τόπος   Οικογ. Λέξ.: παραγωγή, παρα-
               (ενεστ.   πα-ρά-γω,  μας  παράγει  κυρίως  οπωροκη-  γωγός,  παραγωγικός,  παραγω-
               παρατ.  παρήγα,  αόρ.   πευτικά.              γικότητα
               παρήγαγα)         2. (αμτβ.) (μέσ.) δημιουργώ,
               [αρχ.  παράγω  <   συγγράφω,  συνθέτω:  ►Τα
               παρὰ + ἄγω]
                                 τελευταία  χρόνια  έχει  παραχθεί
                                 ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο.
                 παράδειγμα      1. κάθε συγκεκριμένη περί-  Οικογ.  Λέξ.:  παραδειγματίζω,
                     (το)        πτωση  που  χρησιμοποιού-   παραδειγματικός,  παραδειγμα-
                (Ουσιαστικό, Ο40)  με για να γίνει  κατανοητό   τικά (επίρρ.)
               [πα-ρά-δειγ-μα, γεν.  κάτι  που  είναι  γενικό  και   Προσδιορ.: διδακτικό, λαμπρό,
               -είγματος, πληθ.   αφηρημένο: ►Χρησιμοποίησε   φωτεινό  (2),  διαφωτιστικό,    εύ-
               -είγματα]         ένα εύστοχο παράδειγμα, για να   στοχο,  ζωντανό,  χαρακτηριστι-
               [αρχ.  παράδειγμα   κάνει κατανοητά αυτά που έλεγε.   κό (1, 2)
               <  παραδείκνυμι  (=                           Φράσεις:  ►Παράδειγμα  προς
               δείχνω)]          2.  κατάλληλο  πρότυπο    να   αποφυγήν (= για κάτι που πρέ-
                                 το  μιμηθούμε  ή  να  το  απο-  πει να το αποφεύγουμε)
                                 φύγουμε:  ►Ο  μεγαλύτερος
                                 αδερφός  έδινε  πάντοτε  το  καλό
                                 παράδειγμα στα μικρότερα αδέρ-
                                 φια του.









                                                  153





       10-0102-16,5X23,5.indd   153                                                  19/11/2015   2:09:33 µµ
   149   150   151   152   153   154   155   156   157   158   159