Page 155 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 155
παραδέχομαι
παραδέχομαι 1. (μτβ.) δέχομαι κάτι ως Αντίθ.: αρνούμαι, απορρίπτω
(Ρήμα, Ρ3) αληθινό ή σωστό, συμφω- (1)
(ενεστ. πα-ρα-δέ- νώ, εγκρίνω: ►Παραδέχομαι Συνών.: αποδέχομαι, επιδοκι-
χο-μαι, αόρ. παρα- ότι έκανα λάθος στην επιλογή μάζω (1), αναγνωρίζω (2)
δέχτηκα, παθ. μτχ. μου. Οικογ. Λέξ.: παραδεκτός, πα-
παραδεγμένος) 2. (μτβ.) κρίνω κάποιον ραδοχή
[αρχ. παραδέχο-
μαι] άξιο: ►Τον παραδέχομαι για τις
γνώσεις του στη Φυσική.
παραδίδω και 1. (μτβ.) δίνω κάτι σε κά- Αντίθ.: παραλαμβάνω (1), αντι-
παραδίνω ποιον που του ανήκει: ►Ο στέκομαι (4)
(Ρήμα) ταχυδρόμος παρέδωσε το γράμ- Οικογ. Λέξ.: παράδοση, παρα-
(ενεστ. πα-ρα-δί-δω, μα στον παραλήπτη. δοσιακός, παραδοτέος
αόρ. παρέδωσα, παθ. 2. (μτβ.) μεταβιβάζω αξίω-
αόρ. παραδόθηκα, μα ή υπηρεσία στον αντικα-
παθ. μτχ. παραδο- ταστάτη μου: ►Πριν ο υπάλ-
μένος) ληλος αναλάβει τα νέα του κα-
[μτγν. παραδίδω <
αρχ. παραδίδωμι] θήκοντα, παρέδωσε πρώτα στον
αντικαταστάτη του.
3. (μτβ.) διδάσκω: ►Ο δάσκα-
λος παραδίδει μαθηματικά στους
μαθητές του σχεδόν καθημερινά.
4. (αμτβ.) (μέσ.) αιχμαλω-
τίζομαι με τη θέλησή μου,
υποκύπτω: ►Οι γυναίκες του
Ζαλόγγου αρνήθηκαν να παρα-
δοθούν και έπεσαν στον γκρεμό.
παραιτούμαι 1. (μτβ.) εγκαταλείπω με τη Οικογ. Λέξ.: παραίτηση
(Ρήμα, Ρ7) θέλησή μου κάποια θέση,
(ενεστ. πα-ραι-τού- αξίωμα ή δικαίωμα που
μαι, παθ. αόρ. παραι- έχω: ►Παραιτήθηκε από τη
τήθηκα, παθ. μτχ. θέση του διευθυντή για οικογε-
παραιτημένος)
[αρχ. παραιτοῦμαι νειακούς λόγους.
(= ζητώ χάρη, ικε- 2. (μτβ.) παύω να ενδιαφέ-
τεύω)] ρομαι για κάτι: ►Δε θα πα-
ραιτηθούμε από τον αγώνα για
καλύτερες συνθήκες εργασίας.
154
10-0102-16,5X23,5.indd 154 19/11/2015 2:09:33 µµ

