Page 156 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 156
παραμερίζω
παρακαλώ 1. (μτβ.) ζητώ ευγενικά Συνών.: προσεύχομαι (2)
(Ρήμα, Ρ6) από κάποιο να κάνει κάτι: Σύνθ.: θερμοπαρακαλώ
(ενεστ. πα-ρα-κα- ►Παρακάλεσε τον προϊστάμενό Οικογ. Λέξ.: παράκληση, παρα-
λώ, αόρ. παρακάλε- του να του δώσει άδεια. κλητικός, παρακαλεστός
σα, παθ. αόρ. παρα- 2. (μτβ.) κάνω δέηση στον
κλήθηκα, παθ. μτχ. Θεό: ►Παρακαλώ τον Θεό να
παρακαλεσμένος)
[αρχ. παρακαλῶ] έχει καλά όλο τον κόσμο.
παραλαμβάνω (μτβ.) παίρνω κάτι που μου Αντίθ.: παραδίνω
και παραλαβαί- δίνει ή μου στέλνει κάποιος: Οικογ. Λέξ.: παραλαβή, παρα-
νω ►Παρέλαβα το δέμα από το τα- λήπτης
(Ρήμα) χυδρομείο. ►Η επιχείρηση πα-
(ενεστ. πα-ρα-λαμ- ρέλαβε καινούργια εμπορεύματα.
βά-νω, αόρ. παρέλα-
βα, παθ. αόρ. παρα-
λήφθηκα)
[αρχ. παραλαμβά-
νω]
παράλληλος, 1. (μαθημ.) γραμμές ή επι- Σύνθ.: παραλληλόγραμμο, πα-
-η, -ο φάνειες που όσο κι αν προ- ραλληλεπίπεδο
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) εκταθούν δεν συναντιού- Οικογ. Λέξ.: παράλληλα
(πα-ράλ-λη-λος) νται: ►Δύο κάθετες ευθείες (επίρρ.), παραλλήλως (επίρρ.),
[αρχ. παράλληλος] πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή παραλληλία, παραλληλίζω, πα-
ραλληλισμός
είναι παράλληλες μεταξύ τους. Φράσεις: ► Βίοι παράλληλοι
2. (μτφ.) αυτός που γίνεται (= για πρόσωπα που ζουν παρό-
συγχρόνως ή έχει παρόμοια μοιες καταστάσεις)
χαρακτηριστικά με άλλον: Προσδιοριζ.: δράση, σύνδεση,
►Οι δύο φίλοι ακολούθησαν επιδιώξεις (2)
παράλληλους δρόμους στη ζωή.
παραμερίζω 1. (μτβ.) βάζω κάτι ή κάποιον Συνών.: τραβιέμαι (3)
(Ρήμα, Ρ4) στην άκρη: ►Παραμέρισα με Οικογ. Λέξ.: παραμερισμός, πα-
(ενεστ. πα-ρα-με- τα χέρια μου τις πέτρες, για να ραμέρισμα
ρίζω, αόρ. παραμέ- περάσει το αυτοκίνητο.
ρισα, παθ. αόρ. πα- 2. (μτβ.) (μτφ.) βγάζω κά-
ραμερίστηκα, παθ. ποιον ή κάτι από τη μέση,
μτχ. παραμερισμέ-
νος) για να πετύχω ένα σκοπό:
[μεσν. παραμερίζω ►Τον παραμέρισαν με την
< παράμερος] ψήφο τους και στη θέση του
εκλέχτηκε κάποιος άλλος.
155
10-0102-16,5X23,5.indd 155 19/11/2015 2:09:33 µµ

