Page 157 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 157
παραμονή
3. (αμτβ.) πηγαίνω στην
άκρη με τη θέλησή μου,
κάνω τόπο: ► Παραμερίσαμε
όλοι, για να περάσει το ασθενο-
φόρο.
παραμονή (η) 1. το να μένει κάποιος σε Οικογ. Λέξ.: παραμονεύω
(Ουσιαστικό, Ο24) έναν τόπο για μικρό ή με-
(πα-ρα-μο-νή, γεν. γάλο διάστημα, διαμονή:
-ής, πληθ. - ) ►Κατά την παραμονή του στο
[μτγν. παραμονὴ < Ηράκλειο επισκέφτηκε όλους
παραμένω]
τους αρχαιολογικούς χώρους.
2. η προηγούμενη ημέρα
σημαντικού γεγονότος ή
γιορτής: ►Την παραμονή
των Χριστουγέννων και της
Πρωτοχρονιάς τα καταστήματα
παιχνιδιών έχουν μεγάλη κίνη-
ση.
παραμύθι (το) 1. φανταστική διήγηση μα- Συνών: μύθος (1), ψευτιά (2)
(Ουσιαστικό, Ο36) γικών και εξωπραγματι- Οικογ. Λέξ.: παραμυθάς, παρα-
(πα-ρα-μύ-θι, γεν. κών γεγονότων: ►Τα λαϊκά μυθένιος, παραμυθία, παραμυ-
-ιού, πληθ. -ια) παραμύθια ξεκινούν συχνά με θιάζω
[αρχ. παραμύθιον τη φράση «Κόκκινη κλωστή δε- Προσδιορ.: ανατολίτικο, δια-
(= παρηγοριά, ανα- μένη». σκεδαστικό, εύθυμο, ηθικοπλα-
κούφιση)] στικό, λαϊκό, παιδικό (1)
2. (μτφ.) μεγάλο ψέμα: Φράσεις: ►Παραμύθια της
►Κανείς δεν πίστευε τα παραμύ- Χαλιμάς (= μεγάλα ψέματα)
θια που μας έλεγε.
παράξενος, -η, 1. (για πράγματα) κάτι που Αντίθ.: συνηθισμένος, κανονι-
-ο προκαλεί την προσοχή, κός (1)
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα επειδή είναι ασυνήθιστο Συνών.: περίεργος (1, 2), δύ-
και άψυχα) και ανεξήγητο: ►Ήταν ένα στροπος (2)
(πα-ρά-ξε-νος) παράξενο μηχάνημα που σφύρι- Οικογ. Λέξ.: παράξενα (επίρρ.),
[ελνστ. παράξενος ζε συνέχεια. παραξενιά, παραξενεύω
< παρὰ + ξένος] 2. (για πρόσωπα) ιδιότρο- Προσδιοριζ.: άνθρωπος (2), συ-
νήθειες, ντύσιμο (1)
πος, ιδιόρρυθμος στον χα-
ρακτήρα και τη συμπεριφο-
ρά: ►Είναι παράξενος άνθρω-
πος και γκρινιάζει συνέχεια.
156
10-0102-16,5X23,5.indd 156 19/11/2015 2:09:33 µµ

