Page 158 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 158

παρηγορώ

               παρασέρνω και     1. (μτβ.) παίρνω μαζί μου ή  Συνών.:  συμπαρασύρω  (1),  ξε-
                 παρασύρω        τραβώ  με  δύναμη  κάποιον  λογιάζω (2)
                    (Ρήμα)       ή  κάτι:  ►Το  πλημμυρισμένο  Σύνθ.: συμπαρασύρω
               (ενεστ.  πα-ρα-σέρ-  ποτάμι παρέσυρε ό,τι συνάντησε
               νω,  αόρ.  παρέσυρα  μπροστά του.
               και παράσυρα,  παθ.  2.  (μτβ.)  (μτφ.)  βγάζω  κά-
               αόρ.  παρασύρθηκα,   ποιον  από  τον  σωστό  δρό-
               παθ.  μτχ.  παρασυρ-  μο:  ►Τον  παρέσυραν  οι  κακές
               μένος)            παρέες.
               [αρχ. παρασύρω]
                  παρατηρώ       1.  (μτβ.)  παρακολουθώ  κά-  Συνών:  κοιτάζω (1), σημειώνε-
                   (Ρήμα, Ρ6)    ποιον  ή    κάτι  με  προσοχή,  ται (3),  κατακρίνω (4)
               (ενεστ. πα-ρα-τη-ρώ,  εξετάζω:  ►Παρατηρούσε  τις  Οικογ.  Λέξ.:  παρατήρηση,  πα-
               αόρ.   παρατήρησα,  κινήσεις  των  πλανητών  με  το  ρατηρητής, παρατηρητήριο, πα-
               παθ. αόρ. παρατηρή-  τηλεσκόπιο.              ρατηρητικότητα
               θηκα,  παθ.  μτχ.  πα-  2.  (μτβ.)  αντιλαμβάνομαι,
               ρατηρημένος)      βλέπω,  διαπιστώνω,    δια-
               [αρχ. παρατηρῶ]   κρίνω:  ►Παρατήρησα  μια  ση-
                                 μαντική  αλλαγή  στη  συμπερι-
                                 φορά σου.
                                 3. (αμτβ.) (γ΄ πρόσ.) γίνεται
                                 αντιληπτό,  διαπιστώνεται:
                                 ►Παρατηρείται  διαφοροποίηση
                                 των καιρικών φαινομένων.
                                 4. (μτβ.) επικρίνω κάποιον,
                                 ελέγχω: ►Τον παρατήρησε  για
                                 την άσχημη συμπεριφορά του.



                παρελθόν (το)    1. ο χρόνος, το χρονικό δι-  Αντίθ.: παρόν, μέλλον (1)
                (Ουσιαστικό, Ο44)  άστημα  που  πέρασε:  ►Οι  Συνών.: τα παλιά (1)
               (πα-ρελ-θόν, γεν.  ιστορικοί μελετούν το παρελθόν.  Σύνθ.: παρελθοντολογία
                -όντος, πληθ. - )  2. τα γεγονότα που συνέβη-  Οικογ. Λέξ.: παρελθοντικός
               [αρχ.  παρελθὸν  <  σαν  σε  περασμένους  και-  Προσδιορ.: αλησμόνητο, θρυλι-
               παρέρχομαι]       ρούς: ►Η Ελλάδα έχει  ένδοξο  κό, ιστορικό (2)
                                 παρελθόν.


                  παρηγορώ       (μτβ.)  προσπαθώ  να  ανα-  Συνών.: καταπραΰνω
                   (Ρήμα, Ρ6)    κουφίσω κάποιον που είναι  Οικογ. Λέξ.: παρήγορος, παρη-
               (ενεστ.   πα-ρη-γο-  λυπημένος  με  κατάλληλα  γοριά,  παρηγορητής,  παρηγο-
               ρώ, αόρ. παρηγόρη-  λόγια  ή  πράξεις:  ►Οι  φίλοι  ρητικός
               σα,  παθ. αόρ. παρη-  του προσπαθούσαν να τον παρη-
               γορήθηκα, παθ. μτχ.  γορήσουν  για  το  ατύχημα  που
               παρηγορημένος)    είχε.
               [αρχ.  παρηγορῶ  <
               παρήγορος]



                                                  157





       10-0102-16,5X23,5.indd   157                                                  19/11/2015   2:09:33 µµ
   153   154   155   156   157   158   159   160   161   162   163