Page 159 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 159

παροιμία

                   παροιμία (η)     σύντομη λαϊκή φράση  που  Σύνθ.: παροιμιογράφος
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  εκφράζει  μια  γενικότερη   Οικογ.  Λέξ.:  παροιμιακός,  πα-
                  (πα-ροι-μί-α)     αλήθεια: ►Στην παροιμία «Το   ροιμιώδης
                  [αρχ.  παροιμία  <   μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέ-  Προσδιορ.: αλληγορική, λαϊκή,
                  παρὰ + οἰμία < οἴμη   σει» τονίζεται πως το παιδί ακο-  σοφή
                  (= άσμα, ποίημα)]  λουθεί  τον  δρόμο  των  γονιών
                                    του.
                  παρομοίωση (η)    Σχήμα  λόγου  όπου  ο  ομι-  Οικογ. Λέξ.: παρομοιάζω
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  λητής  ή  ο  συγγραφέας  συ-
                  (πα-ρο-μοί-ω-ση,  γκρίνει  κάτι  με  κάτι  άλλο,
                  γεν.  -ης,  -ώσεως,   χρησιμοποιώντας  συνήθως
                  πληθ. -ώσεις)     το    σαν:  ►  Την  παρομοίωση
                  [αρχ.  παρομοίωσις   «Περπατάει αργά σαν τη χελώ-
                  < παρομοιῶ]
                                    να»  τη χρησιμοποιούμε για να
                                    τονίσουμε  τη    βραδυπορία  κά-
                                    ποιου.
                     παρόν (το)     η στιγμή που λέμε ή κάνου-  Οικογ.  Λέξ.:  παροντικός,  πα-
                   (Ουσιαστικό, Ο44)  με κάτι, η τωρινή εποχή που   ρουσία
                  (πα-ρόν, γεν.     ζούμε:  ►Ζει  το  παρόν,  κάνο-  Προσδιορ.: λαμπρό
                   -όντος, πληθ. - )  ντας σχέδια για το μέλλον.  Φράσεις:  ►Προς  το  παρόν,
                  [αρχ.  παρὸν  <  πά-                          ►Επί  του  παρόντος (= για  την
                  ρειμι]                                        ώρα, προσωρινά)

                   παρουσιάζω       1.  (μτβ.)    δείχνω,  εμφανί-  Οικογ. Λέξ.: παρουσία, παρου-
                      (Ρήμα, Ρ4)    ζω  κάτι  σε  κάποιον:  ►Ο   σίαση,  παρουσιάσιμος,  παρου-
                  (ενεστ.  πα-ρου-σι-ά-  ζωγράφος  θα  παρουσιάσει  τη   σιαστής, παρουσιαστικό (το)
                  ζω,  αόρ.  παρουσία-  νέα  δουλειά  του  στην  Εθνική
                  σα, παθ. αόρ. παρου-  Πινακοθήκη.
                  σιάστηκα,  παθ.  μτχ.   2. (μτβ.) συστήνω, γνωρίζω
                  παρουσιασμένος)   κάποιον σε άλλους:  ►Ο δά-
                  [μτγν.  παρουσιά-
                  ζομαι  (=  είμαι  πα-  σκαλος  της  τάξης  παρουσίασε
                  ρών)]             τον  καινούργιο  μαθητή  στους
                                    συμμαθητές του.
                                    3.  (αμτβ.)  (μέσ.)  εμφανίζο-
                                    μαι,  φαίνομαι:  ►Παρουσιά-
                                    στηκε  επιδημία  γρίπης  σε  πολ-
                                    λές χώρες.
                    πατρίδα (η)     1.  η  χώρα  στην  οποία  γεν-  Σύνθ.:  πατριδογνωσία,  πατρι-
                   (Ουσιαστικό, Ο21)  νήθηκε  κάποιος  ή  από  την   δολατρία, φιλοπατρία
                  (πα-τρί-δα )      οποία κατάγονται οι γονείς   Οικογ. Λέξ.: πατέρας
                  [αρχ. πατρὶς  < πά-  του: ►Εργάζεται στη Γερμανία,   Προσδιορ.:  ένδοξη,  ιδιαίτερη
                  τριος < πατὴρ]    αλλά    πατρίδα  του  είναι  η   λατρευτή,  αλησμόνητη,  ποθητή
                                    Ελλάδα.                     (1, 2)




                                                    158





       10-0102-16,5X23,5.indd   158                                                  19/11/2015   2:09:33 µµ
   154   155   156   157   158   159   160   161   162   163   164