Page 160 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 160

πείθω

                                 2.  το  χωριό,  η  πόλη,  όπου
                                 γεννήθηκε κάποιος, η γενέ-
                                 τειρα:
                                 ►Η  πατρίδα  του  Αριστοτέλη
                                 Βαλαωρίτη είναι η Λευκάδα.
                    παύω         1. (μτβ.) διακόπτω, σταματώ  Συνών.: σωπαίνω (3)
                   (Ρήμα, Ρ2)    κάτι που κάνω: ►Από εφέτος  Σύνθ.: αναπαύομαι
               (ενεστ.  παύ-ω,  αόρ.  έπαψε να εργάζεται τη νύχτα.  Οικογ. Λέξ.: παύση, παύλα
               έπαυσα,    παθ.  αόρ.  2.  (μτβ.)  απολύω,  διώχνω
               παύτηκα,  παθ.  μτχ.   κάποιον  από  τη  θέση  του:
               πα(υ)μένος)       ►Τον έπαψαν προσωρινά από τη
               [αρχ. παύω]       δουλειά του.
                                 3. (αμτβ.) σταματώ να μιλώ
                                 ή  να  θορυβώ,  ησυχάζω:
                                 ►Πάψτε,  σας  παρακαλώ,  γιατί
                                 έχω διάβασμα.
                παχύς, -ιά, -ύ   1.  που  είναι  χοντρός  και  Αντίθ.: λεπτός (1, 2), αδύνατος,
               (Επίθετο, Ε6, έμψυχα  ογκώδης:   ►Έβαλε  ένα  παχύ  λιπόσαρκος (2),  αραιός (3)
               και άψυχα)        στρώμα στο κρεβάτι του παιδιού.  Σύνθ.: παχύρρευστος, παχύδερ-
               (πα-χύς, γεν. -ιού,   2. αυτός που έχει  πολύ λί-  μος, παχύσαρκος
               -ιάς, -ιού, πληθ.   πος  ή  μεγάλο  βάρος,  πα-  Οικογ. Λέξ.: πάχος,  πα-χαίνω,
               -ιοί, -ιές, -ιά)  χύσαρκος:  ►Παλιότερα  ήταν   παχουλός,    πάχυνση,  παχυντι-
               [αρχ. παχὺς]      παχύς,    αλλά  τώρα  αδυνάτισε   κός
                                 αρκετά.                     Φράσεις: ►Παχιά λόγια  / υπο-
                                                             σχέσεις (= λόγια χωρίς αντίκρι-
                                 3.  (για  υγρά)  αυτός  που  εί-  σμα)
                                 ναι πυκνός, που ρέει δύσκο-
                                 λα,  πηχτός:  ►  Φτιάχνει  κάθε
                                 χρόνο ένα παχύ θυμαρίσιο μέλι.
                 πεδιάδα (η)     ομαλή  και  επίπεδη  έκταση  Οικογ. Λέξ.: πεδίο, πεδινός
                (Ουσιαστικό, Ο21)  γης,  κάμπος:  ►Την  πεδιάδα  Προσδιορ.: εύφορη, γόνιμη, κα-
               (πε-διά-δα)       της  Θεσσαλίας  τη  διασχίζει  ο   τάφυτη, άδεντρη
               [αρχ. πεδιὰς  < πε-  Πηνειός ποταμός.
               δίον]
                    πείθω        (μτβ.)  κάνω  κάποιον  να  Συνών: αναγκάζω, εξαναγκάζω
                   (Ρήμα, Ρ4)    συμφωνήσει  μαζί  μου  με  Σύνθ.:  πειθαναγκάζω
               (ενεστ. πεί-θω, αόρ.   επιχειρήματα ή υποσχέσεις:   Οικογ. Λέξ.: πειθήνιος
               έπεισα, παθ. αόρ.   ►Τον έπεισαν να υπογράψει το   Φράσεις:  ►  Ἀνάγκᾳ  καὶ  θεοὶ
               πείστηκα, παθ. μτχ.   συμβόλαιο.  ►Τον  έπεισαν  ποιο   πείθονται  (=  όλοι  υποχωρούν,
               πεισμένος,  πεπει-  ήταν  το  συμφέρον  του.  ►Τον   όταν δεν υπάρχει άλλη λύση)
               σμένος)           έπεισαν ότι δε γινόταν διαφορε-
               [αρχ. πείθω]      τικά.






                                                  159





       10-0102-16,5X23,5.indd   159                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   155   156   157   158   159   160   161   162   163   164   165