Page 161 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 161

πείραμα

                    πείραμα (το)    1. το να αναπαράγει κανείς  Συνών.: πειραματισμός (1, 2)
                   (Ουσιαστικό, Ο40)  διάφορα  φαινόμενα  με  τε-  Οικογ.  Λέξ.:  πειραματίζομαι,
                  (πεί-ρα-μα, γεν.  χνητό τρόπο, για να μελετή-  πειραματικός
                   -άματος,  πληθ.   σει τις αιτίες που τα προκα-
                  -άματα,  γεν.  -αμά-  λούν:  ►Οι  μαθητές  στο  εργα-
                  των )             στήριο  του  σχολείου  έκαναν  το
                  [μεσν.  πείραμα  <   πείραμα της άνωσης των υγρών.
                  αρχ. πειρῶμαι]    2.  δοκιμή,  απόπειρα:  ►Το
                                    πείραμα  να  ανοίξει  ένα  δεύτερο
                                    κατάστημα είχε επιτυχία.
                    πέλαγος (το)    ανοιχτή  θάλασσα  μικρότε-  Σύνθ.: αρχιπέλαγος
                   (Ουσιαστικό, Ο38)  ρη από τον ωκεανό: ►Οι ψα-  Οικογ.  Λέξ.:  πελαγώνω,  πελα-
                  (πέ-λα-γος, γεν.  ρόβαρκες ανοίχτηκαν στο Ικάριο    γίσιος
                   -άγους,  πληθ.   πέλαγος.                    Προσδιορ.:  γαληνεμένο,  φουρ-
                  -άγη, γεν. -άγων )                            τουνιασμένο
                  [αρχ. πέλαγος]

                  περιβάλλον (το)   το  σύνολο  των  φυσικών,  Συνών:  περίγυρος
                   (Ουσιαστικό, Ο45)  οικογενειακών  και  κοινω-  Σύνθ.: περιβαλλοντολόγος
                  (πε-ρι-βάλ-λον,  γεν.  νικών συνθηκών μέσα στις   Οικογ.  Λέξ.:  περιβάλλω,  περι-
                  -ντος, πληθ. -ντα)  οποίες  κάποιος    γεννιέται,   βαλλοντικός
                  [ουσιαστ.  επίθ.  πε-  ζει  και αναπτύσσεται: ►Στο   Προσδιορ.: υγιεινό, κοινωνικό,
                  ριβάλλον  <  περι-  σχολείο μας έχουμε ένα ευχάρι-  οικονομικό,  πολιτιστικό,  εργα-
                  βάλλω]            στο  και  δημιουργικό  περιβάλ-  σιακό, γλωσσικό, οικογενειακό
                                    λον.
                   περιέργεια (η)   ζωηρή επιθυμία για να μά-   Οικογ. Λέξ.: περίεργος, περιερ-
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  θει ή να ιδεί κάποιος κάτι:  γάζομαι
                  (πε-ρι-έρ-γει-α,  γεν.   ►Η περιέργεια οδήγησε τον άν-  Προσδιορ.:  επιστημονική,  έμ-
                  -ας,  πληθ. - )   θρωπο σε νέες ανακαλύψεις.   φυτη, ακατανίκητη, ενοχλητική
                  [αρχ.  περιεργία    <
                  περίεργος]
                   περίληψη (η)     η  απόδοση  με  λίγα  λόγια  Οικογ. Λέξ.: περιλαμβάνω, πε-
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  του περιεχομένου ενός γρα-  ριληπτικός
                  (πε-ρί-λη-ψη, γεν.  πτού  ή  προφορικού  κειμέ-  Προσδιορ.:  εκτενής,  προφορι-
                   -ης, -ήψεως,  πληθ.   νου: ►Οι μαθητές έγραψαν την   κή, ολιγόλογη, λακωνική
                  -ήψεις, γεν. -ήψεων)  περίληψη  από  το  μάθημα  της
                  [αρχ.  περίληψις    <   Ιστορίας.
                  περιλαμβάνω]

                     περιμένω       1.  (μτβ.)  μένω  στο  ίδιο  ση-  Φράσεις: ►Απ’ αυτόν όλα  να
                       (Ρήμα)       μείο μέχρι να έρθει κάποιος  τα  περιμένεις!  (=  είναι  ικανός
                  (ενεστ.  πε-ρι-μέ-νω,  ή να συμβεί κάτι αναμενό-  για όλα)
                  παρατ. περίμενα)  μενο:  ►Περιμένω  το  λεωφο-
                  [αρχ. περιμένω]   ρείο, για να πάω στη





                                                    160





       10-0102-16,5X23,5.indd   160                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   156   157   158   159   160   161   162   163   164   165   166