Page 162 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 162
περιφέρεια
δουλειά μου.
2. (μτβ.) έχω προσδοκία, ελ-
πίζω: ►Μην περιμένετε να αλ-
λάξω γνώμη!
3. (μτβ.) είμαι σε αναμονή:
►Περίμεναν να κοπάσει η κα-
ταιγίδα κι έπειτα να φύγουν.
περιποιούμαι 1. (μτβ.) προσφέρω σε κά- Αντίθ.: παραμελώ (1)
(Ρήμα, Ρ7) ποιον εξυπηρέτηση και βοή- Οικογ. Λέξ.: περιποίηση, περι-
(ενεστ. πε-ρι-ποι-ού- θεια, φροντίζω: ►Φιλοξένησε ποιητικός
μαι, παθ. αόρ. περι- και περιποιήθηκε τους φίλους
ποιήθηκα, παθ. μτχ. του κατά τον καλύτερο τρόπο.
περιποιημένος)
[αρχ. περιποιοῦ- 2. (μτβ.) (μτφ.) τιμωρώ κά-
μαι] ποιον, κακομεταχειρίζομαι:
►Μη στενοχωριέσαι καθόλου,
γιατί θα τον περιποιηθώ εγώ γι’
αυτό που έκανε.
περιττός, -ή, -ό 1. που πλεονάζει, που δε Αντίθ.: αναγκαίος, απαραίτη-
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) χρησιμεύει σε κάτι: ►Κάνει τος (1), άρτιος (2)
(πε-ριτ-τός) περιττά έξοδα για ψώνια. Προσδιοριζ.: έξοδα, λόγια, κιλά
[αρχ. περιττὸς] 2. (μαθημ.) κάθε αριθμός (1)
που δε διαιρείται ακριβώς
με το δύο, μονός: ►Περιττοί
αριθμοί είναι όσοι τελειώνουν σε
1, 3, 5, 7 και 9.
περιφέρεια (η) 1. (γεωμ.) η κλειστή καμπύ- Συνών: περίγραμμα, περίμε-
(Ουσιαστικό, Ο20) λη γραμμή που περιβάλλει τρος (1)
(πε-ρι-φέ-ρει-α) τον κύκλο και όλα τα ση- Σύνθ.: περιφερειάρχης
[λόγ. < αρχ. πε- μεία της απέχουν εξίσου Οικογ. Λέξ.: περιφέρω, περιφε-
ριφέρεια < περι- από το κέντρο του: ►Το μή- ρειακός, περιφερικός
φερὴς < περιφέρω] κος της περιφέρειας του κύκλου Προσδιορ.: εκλογική, διοικη-
είναι ίσον με 2 πρ, όπου ρ είναι η τική, εκκλησιαστική, εκπαιδευ-
τική, δικαστική, στρατιωτική,
ακτίνα του και π το 3,14. ευρεία, στενή (1)
2. εδαφική περιοχή στην
οποία ασκεί την εξουσία
κάποια αρχή: ►Η Ελλάδα
χωρίζεται σε διοικητικές περι-
φέρειες.
161
10-0102-16,5X23,5.indd 161 19/11/2015 2:09:34 µµ

