Page 163 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 163

περνώ

                      περνώ         1.  (μτβ.)  διασχίζω:  ►Πέρασε  Σύνθ:  περνοδιαβαίνω,  διαπερ-
                      (Ρήμα, Ρ5)    τον κάθετο δρόμο και στη συνέ-  νώ, ξεπερνώ, προσπερνώ
                  (ενεστ.  περ-νώ  αόρ.  χεια έστριψε αριστερά.  Οικογ. Λέξ.: πέραση, πέρασμα,
                  πέρασα,  παθ.  αόρ.  2. (μτβ.) ξεπερνώ, υπερτερώ:   περαστικός
                  περάστηκα,   παθ.   ►Πέρασε όλους τους συμμαθη-  Φράσεις:  ►Δε  θα  περάσει  έτσι
                  μτχ. περασμένος)  τές του στο ύψος.           αυτό!  (=  για  κάτι  που  θα  έχει
                  [μεσν. περνῶ <     3. (αμτβ.) ζω: ►Περνάω  καλά   συνέπειες)  ►Περνάει  ακόμα  η
                  αρχ. περῶ]        αυτή την εποχή.             μπογιά του (= έχει ακόμα ικανό-
                                    4.  (αμτβ.)    διέρχομαι:  ►Ο   τητες,  προσόντα)  ►Περνάω  το
                                                                δικό μου (= πετυχαίνω αυτό που
                                    νέος δρόμος περνάει έξω από την   θέλω) ►Περνάει απ’ το χέρι μου
                                    πόλη.                       (= από εμένα εξαρτάται)
                                    5. (αμτβ.) φτάνω στο τέλος:
                                    ►Πέρασαν  και  οι  γιορτές  του
                                    Πάσχα.
                                    6.    (αμτβ.)  γίνομαι  αποδε-
                                    κτός,  επικρατώ:  ►Το  νομο-
                                    σχέδιο πέρασε από τη Βουλή.
                     πίεση (η)      1. η δύναμη που ασκείται σε  Σύνθ.: καταπίεση, συμπίεση
                   (Ουσιαστικό, Ο27)  μια επιφάνεια ή σ’ ένα αντι-  Οικογ. Λέξ.: πιέζω
                  (πί-ε-ση,  γεν.  -ης,  κείμενο:  ►Το  φράγμα  έσπασε   Προσδιορ.:  αρτηριακή,  ατμο-
                  πληθ. -έσεις, γεν.  από την πίεση του νερού.  σφαιρική,  υδροδυναμική  (1),
                   -έσεων)          2.  (μτφ.)  ο  εξαναγκασμός   ασφυκτική (2)
                  [αρχ. πίεσις < πι-  κάποιου  να  κάνει  ή  να  δε-
                  έζω]              χτεί κάτι: ►Μετά από μεγάλη
                                    πίεση στις αρχές αποκτήσαμε κά-
                                    δους ανακύκλωσης στο σχολείο.



                   πιθανός, -ή, -ό  που μπορεί να γίνει ή να μη  Αντίθ.: απίθανος
                  (Επίθετο, Ε1, άψυχα)  γίνει,  ενδεχόμενος:  ►Είναι  Σύνθ.:  απίθανος
                  (πι-θα-νός)       πιθανή  μια  αύξηση  της  θερμο-  Οικογ.  Λέξ.:    πιθανώς,  πιθανά
                  [λόγ. < αρχ. πι-  κρασίας κατά τις επόμενες ημέ-  (επίρρ.), πιθανότητα
                  θανὸς (= πειστι-  ρες.                        Προσδιοριζ.: εξέλιξη, ερμηνεία,
                  κός)]                                         λύση

                     πιστεύω        1.  (μτβ.)    έχω  εμπιστοσύνη,  Σύνθ.:  εμπιστεύομαι,  πολυπι-
                      (Ρήμα, Ρ2)    βασίζομαι  σε  κάποιον  ή  στεύω
                  (ενεστ. πι-στεύ-ω,   κάτι:  ►Πιστεύω  στην  ειλικρί-  Οικογ. Λέξ.: πίστη, πιστευτός
                  αόρ. πίστεψα, παθ.   νεια του φίλου μου.
                  αόρ. πιστεύτηκα)  2. (μτβ.) παραδέχομαι κά-τι
                  [αρχ. πιστεύω < πί-  ως  πραγματικό,  αληθινό:
                  στις]             ►Όταν  είδα  τα  δώρα  που  μου
                                    έφεραν,  δεν  πίστευα  στα  μάτια
                                    μου.




                                                    162





       10-0102-16,5X23,5.indd   162                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   158   159   160   161   162   163   164   165   166   167   168