Page 164 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 164

πλήθος

                 πλανήτης (ο)    ετερόφωτο  ουράνιο  σώμα  Σύνθ.: πλανητάρχης
                 (Ουσιαστικό, Ο5)  που  περιστρέφεται  γύρω  Οικογ.  Λέξ.:  πλανητικός,  πλα-
               (πλα-νή-της, γεν.  από  τον  ήλιο:  ►Οι  πλανήτες   νητάριο
                -η,  πληθ. -ες, γεν.  του ηλιακού μας συστήματος εί-
                -ών)             ναι εννέα.
               [αρχ. πλάνης <
               πλανῶμαι]
                  πλάση (η)      το  σύνολο  των  δημιουρ-   Συνών: κτίση, κόσμος, φύση
                (Ουσιαστικό, Ο27)  γημάτων  του  Θεού,  το  σύ-  Σύνθ.: διάπλαση, ανάπλαση, με-
               (πλά-ση, γεν. –ης,   μπαν,  η  οικουμένη:  ►Την   τάπλαση
               -εως, πληθ. -εις)  άνοιξη χαίρεται  όλη η πλάση.  Οικογ.  Λέξ.:  πλάθω,  πλάσμα,
               [αρχ. πλάσις <                                πλάστης, πλάσιμο
               πλάσσω]
               πλειοψηφία (η)    το  μεγαλύτερο  μέρος  των  Αντίθ.: μειοψηφία
                (Ουσιαστικό, Ο19)  ψήφων ή των ψηφοφόρων:    Οικογ. Λέξ.: πλειοψηφώ, πλειο-
               (πλει-ο-ψη-φί-α,   ►Η απόφαση πάρθηκε με πλειο-  ψηφικός
               γεν.  -ας,    πληθ.  -ες,   ψηφία του κοινοβουλίου και όχι   Φράσεις:   ►Απόλυτη  πλειο-
               γεν. -ών)         με ομοφωνία.                ψηφία  (=  περισσότερες  από  τις
               [μτγν.  πλειοψηφία                            μισές  στο  σύνολο  των  ψήφων)
               < πλείων + ψῆφος]                             ►Σχετική πλειοψηφία (= μεγα-
                                                             λύτερος  αριθμός  ψήφων  από
                                                             τους  άλλους  υποψηφίους,  χω-
                                                             ρίς να φτάνει τις μισές συν μία
                                                             ψήφο)


                  πληγώνω        1.  (μτβ.)  τραυματίζω  κά-  Συνών.: λαβώνω (1), στενοχωρώ
                   (Ρήμα, Ρ1)    ποιον: ►Πλήγωσε τον αντίπα-  (2)
               (ενεστ. πλη-γώ-νω,   λό του στο χέρι.         Οικογ. Λέξ.: πληγή, πλήγωμα
               αόρ. πλήγωσα,  παθ.   2. (μτβ.) (μτφ.) με τα λόγια ή
               αόρ. πληγώθηκα,   τις πράξεις μου προκαλώ σε
               παθ. μτχ. πληγωμέ-
               νος)              κάποιον  μεγάλη  στενοχώ-
               [μτγν.  πληγώνω  <  ρια, πικραίνω: ►Τον πλήγω-
               πληγὴ < πλήττω (=  σαν τα λόγια του φίλου του.
               κτυπώ)]
                 πλήθος (το)     1.  μεγάλος  αριθμός  από  Σύνθ.: πολυπληθής
                (Ουσιαστικό, Ο37)  πρόσωπα, ζώα ή πράγματα:  Οικογ. Λέξ.: πληθαίνω, πληθυ-
               (πλή-θος, γεν.    ►Το βιβλίο που διαβάζεις  περι-  ντικός,  πληθυσμός,  πληθυσμι-
               -ους, πληθ. -η)   έχει  ένα  πλήθος  πληροφοριών   ακός,  πληθώρα,  πληθωρικός,
               [αρχ. πλῆθος]     για την αρχαία Αθήνα.       πληθωρισμός
                                 2. (με άρθρο) πολύς κόσμος,   Προσδιορ.:   αγανακτισμένο,
                                 πολλοί  άνθρωποι  συγκε-    αγριεμένο,  ανώνυμο,  ενθουσι-
                                                             ασμένο,  επαναστατημένο,  πει-
                                 ντρωμένοι:  ►Το  συγκεντρω-  θαρχημένο, τεράστιο (1, 2)
                                 μένο  πλήθος  χειροκροτούσε  με
                                 πάθος όλους τους ομιλητές.






                                                  163





       10-0102-16,5X23,5.indd   163                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   159   160   161   162   163   164   165   166   167   168   169