Page 165 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 165

πλημμυρίζω

                   πλημμυρίζω       1. (μτβ.) ξεχειλίζω και καλύ-  Συνών.: κατακλύζω (2)
                      (Ρήμα, Ρ4)    πτω μεγάλη έκταση με νερό:   Οικογ.  Λέξ.:  πλημμύρα,  πλημ-
                  (ενεστ.  πλημ-μυ-ρί-  ►Ο ποταμός πλημμύρισε τα χω-  μύρισμα
                  ζω,  αόρ.  πλημμύρι-  ράφια και κατέστρεψε τα σιτηρά.
                  σα,  παθ. μτχ. πλημ-  2.  (μτβ.)  (μτφ.)  γεμίζω  από
                  μυρισμένος)       κάτι:  ►Στην  παρέλαση  που
                  [ελνστ.  πλημμυρί-
                  ζω < αρχ.  πλημμυ-  έγινε η πλατεία πλημμύρισε από
                  ρῶ]               κόσμο.
                  πληροφορία (η)    γνώση,  είδηση  που  έχουμε  Σύνθ.: πληροφοριοδότης
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  για ζώο, πράγμα ή γεγονός:   Οικογ.  Λέξ.:  πληροφορώ,  πλη-
                  (πλη-ρο-φο-ρί-α)  ►Οι  πληροφορίες  που  βρήκα   ροφόρηση, πληροφορική
                  [μτγν. πληροφορία   για  την  Αφρική  προέρχονται   Προσδιορ.:  εμπιστευτική,  αξιό-
                  < πληροφορῶ]      από βιβλία της σχολικής βιβλι-  πιστη, ανεπιβεβαίωτη
                                    οθήκης.
                     πληρώνω        1.  (μτβ.)  δίνω,  καταβάλλω  Αντίθ.: εισπράττω (1)
                      (Ρήμα, Ρ1)    χρήματα  (για  αγορά,  πα-  Σύνθ.:  εκπληρώνω,  συμπληρώ-
                  (ενεστ.  πλη-ρώ-νω,  ροχή  υπηρεσίας,  αμοιβή,   νω,  προπληρώνω,  αναπληρώ-
                  αόρ.  πλήρωσα,  παθ.   εξόφληση  χρέους)  :  ►Μην   νω, αποπληρώνω, ξεπληρώνω
                  αόρ.   πληρώθηκα,   ξεχάσεις  να  πληρώσεις  τον  λο-  Οικογ. Λέξ.: πληρωμή, πληρω-
                  παθ.  μτχ.  πληρωμέ-                          τής, πληρωτέος,  πλήρωση
                  νος)              γαριασμό του τηλεφώνου.     Φράσεις:  ►Πληρώνω  με  το
                  [μεσν.  πληρώνω  <   2.  (μτβ.)  υφίσταμαι  τις  αρ-  ίδιο  νόμισμα  (=  ανταποδίδω
                  αρχ.  πληρῶ  (=  γε-  νητικές    συνέπειες    των  σε  κάποιον  κάτι)  ►Πληρώνω
                  μίζω)]            πράξεων ή των λαθών μου,  τη νύφη  (= ζημιώνομαι από τα
                                    τιμωρούμαι: ►Πλήρωσε ακρι-  λάθη άλλων) ►Όλα εδώ πληρώ-
                                    βά το πάθος του για τα χαρτιά.  νονται (= στο τέλος  δε μένει κα-
                                    3.  (μτβ.)  δωροδοκώ,  εξαγο-  νείς ατιμώρητος)
                                    ράζω  κάποιον:  ►Πλήρωσαν
                                    τον διαιτητή, για να τους βοηθή-
                                    σει στον αγώνα.

                   πλοίαρχος (ο)    1.  κυβερνήτης  πλοίου,  κα-  Συνών.: καραβοκύρης (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο16)  πετάνιος:   ►Εργάζεται  για
                  (πλοί-αρ-χος, γεν.  πολλά  χρόνια  ως  πλοίαρχος  σε
                   -άρχου,  πληθ.   εμπορικό καράβι.
                  -οι, γεν. -άρχων )  2.  ανώτερος  αξιωματικός
                  [μτγν. πλοίαρχος <   του  πολεμικού  ναυτικού
                  πλοῖο + ἄρχω]
                                    και του λιμενικού σώματος:
                                    ►Υπηρετεί στο πολεμικό ναυτι-
                                    κό με τον βαθμό του πλοιάρχου.








                                                    164





       10-0102-16,5X23,5.indd   164                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   160   161   162   163   164   165   166   167   168   169   170