Page 166 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 166
πολίτευμα
πόλεμος (ο) 1. σύγκρουση μεταξύ κρα- Αντίθ: ειρήνη (1)
(Ουσιαστικό, Ο16) τών ή ομάδων του ίδιου Σύνθ: πολέμαρχος, πολεμοχα-
(πό-λε-μος, γεν. κράτους που γίνεται με ρής, πολεμοφόδια, πετροπόλε-
-έμου, πληθ. -οι, γεν. όπλα: ►Το 1940 η Ιταλία κή- μος, χαρτοπόλεμος, Νεοπτόλε-
-έμων) ρυξε τον πόλεμο εναντίον της μος
[αρχ. πόλεμος] Ελλάδας. Προσδιορ.: εμφύλιος, μακρο-
2. (μτφ.) αγώνας ενάντια σε χρόνιος (1, 2), απελευθερωτικός
(1), ακήρυχτος, ηλεκτρονικός (2)
κάποιον ή κάτι, ανταγωνι-
σμός: ►Εκδηλώθηκε πόλεμος
τιμών ανάμεσα στα καταστήματα
κατά τη διάρκεια των εκπτώσε-
ων.
πόλη (η) 1. οικισμός μεγαλύτερος Αντίθ.: χωριό
(Ουσιαστικό, Ο27) από χωριό και κωμόπολη Συνών: πολιτεία(1)
(πό-λη, γεν. που αποτελεί διοικητικό, Σύνθ.: ακρόπολη, κωμόπολη,
-ης, -εως, πληθ. -εις) οικονομικό και πολιτιστι- εργατούπολη, μητρόπολη, πα-
γεν. -εων) κό κέντρο μιας ευρύτερης νεπιστημιούπολη, πολεοδόμος,
[λογ. < αρχ. πόλις] πολιούχος, Τρίπολη
περιοχής: ► Η Καλαμάτα είναι Οικογ. Λέξ.: πολίτης, πολιτεύο-
μια παραθαλάσσια πόλη. μαι, πολίτευμα
2. (συνεκδ.) το σύνολο των Φράσεις: ►Πόλη (=
κατοίκων μιας πόλης: ► Κωνσταντινούπολη) ►Από την
Όλη η πόλη κατέβηκε στους πόλη έρχομαι και στην κορφή
δρόμους, για να γιορτάσει την κανέλα (= για λόγια χωρίς νόη-
κατάκτηση του πρωταθλήματος μα) ►Αιώνια πόλη (= η Ρώμη)
από την ομάδα τους. ►Η Πόλη του φωτός (= το
Παρίσι)
Προσδιορ.: αιώνια , ανυπερά-
σπιστη, ελεύθερη, επαρχιακή,
έρημη ιερή, ιστορική, μεσαιωνι-
κή, πολυθόρυβη (1, 2)
πολίτευμα (το) ο τρόπος που διοικείται μια Οικογ. Λέξ.: πολιτεύομαι, πο-
(Ουσιαστικό, Ο40) χώρα, ο τρόπος διακυβέρ- λιτευτής
(πο-λί-τευ-μα, γεν. νησής της: ►Το πολίτευμα της Προσδιορ.: αριστοκρατικό, αυ-
-ατος, πληθ. -ατα) Ελλάδας είναι Προεδρευομένη ταρχικό, δημοκρατικό, δικτατο-
[αρχ. πολίτευμα] ρικό, κοινοβουλευτικό, ολοκλη-
Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
ρωτικό, φιλελεύθερο
165
10-0102-16,5X23,5.indd 165 19/11/2015 2:09:34 µµ

