Page 167 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 167
πολύς
πολύς (ο), πολλή μεγάλος στον αριθμό, στο Αντίθ: λίγος
(η), πολύ (το) ποσό, στο πλήθος: ►Η βι- Σύνθ: πολυάριθμος, πολυπλη-
(Επίθετο) βλιοθήκη του σχολείου μας έχει θής, πολυπόθητος, πολύπλοκος,
(πο-λύς, γεν. - , πολλά βιβλία. πολυτάραχος
-λλής, - , πληθ. Φράσεις: ►Το πολύ-πολύ (=
-λλοί, -λλές, -λλά) στη χειρότερη περίπτωση) ►Δεν
Προσοχή! έχω πολλά-πολλά μαζί του (=
►πολλή = επίθετο δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις)
με ουσιαστικά: ►Η Παροιμ: ►Όποιος θέλει τα πολ-
πολλή υγρασία βλά- λά, χάνει και τα λίγα
πτει την υγεία.
► πολύ = επίρρημα
με επίθετα, ρήματα,
μετοχές: ►Έχουμε
πολύ μεγάλη ξηρασία.
[αρχ. πολὺς]
ποτάμι (το) 1. μεγάλη ποσότητα νερού Σύνθ: ποταμόπλοιο, παραπότα-
(Ουσιαστικό, Ο36) σε φυσική ροή που ξεκινά- μος, ξεροπόταμος, ακροποταμιά
(πο-τά-μι, γεν. -ιού, ει από πηγές, σχηματίζει Οικογ. Λέξ.: ποταμιά
πληθ. -ια, γεν. -ιών ) κοίτη και χύνεται στη θά- Φράσεις: ►Μας πήρε το ποτάμι
[μτγν. ποτάμιν < λασσα: ►Το ποτάμι παρέσυρε (= καταστραφήκαμε) ►Να το
ποτάμιον, υποκορ. με ορμή οτιδήποτε συναντούσε πάρει το ποτάμι; (= να το πού-
του αρχ. ποταμὸς] μπροστά του. με;) ►Είναι άνω ποταμών (=
2. (μτφ.) μεγάλη ποσότητα δεν υποφέρεται)
υγρού: ►Ο ιδρώτας έτρεχε πο-
τάμι από το μέτωπό του.
ποτίζω 1. (μτβ.) ρίχνω νερό σε φυτό, Οικογ. Λέξ.: πότισμα, ποτιστής,
(Ρήμα, Ρ4) για να μεγαλώσει: ►Ποτίζει ποτιστικός, ποτιστήρι, ποτίστρα
(ενεστ. πο-τί-ζω, αόρ. κάθε μέρα τα φυτά του κήπου Φράσεις: ►Μας πότισε φαρμά-
πότισα, παθ. αόρ. πο- του. κι (= μας στενοχώρησε πολύ)
τίστηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) δίνω νερό σε ζώα:
ποτισμένος) ►Πήγε να ποτίσει τα άλογα στον
[αρχ. ποτίζω < πό-
τος] στάβλο.
3. (μτβ.) (μτφ.) δίνω σε κά-
ποιον να πιει κάτι σε μεγά-
λη ποσότητα: ►Τον πότισαν
κρασί και μέθυσε.
166
10-0102-16,5X23,5.indd 166 19/11/2015 2:09:34 µµ

