Page 168 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 168

πρόγραμμα

                   πουλώ         (μτβ.) δίνω κάτι και παίρνω  Αντίθ: αγοράζω
                   (Ρήμα, Ρ5)    χρήματα:  ►Πούλησε το παλιό   Σύνθ: ξεπουλώ,  μοσχοπουλώ
               (ενεστ.  που-λώ,  αόρ.  αυτοκίνητο και αγόρασε ένα και-  Οικογ. Λέξ.: πωλητής, πωλητή-
               πούλησα,  παθ.  αόρ.   νούργιο.               ριο, πώληση, πούλημα
               πουλήθηκα,   παθ.                             Φράσεις:  ►Σε  πουλάει  και  σ’
               μτχ. πουλημένος)                              αγοράζει  (=  είναι  πονηρός  και
               [μεσν.  πουλῶ  <                              καταφερτζής)  ►Σε  ποιον  τα
               αρχ. πωλῶ]                                    πουλάς  αυτά;  (=  δε  γίνεσαι  πι-
                                                             στευτός)


                πρόβλημα (το)    1. κάθε δύσκολο ζήτημα που  Οικογ. Λέξ.: προβάλλω, προ-
                (Ουσιαστικό, Ο40)  πρέπει  να  αντιμετωπιστεί   βληματίζω, προβληματικός,
               (πρό-βλη-μα, γεν.  και να λυθεί:              προβληματισμός
                -ήματος, πληθ.   ►Το πρόβλημα του νέφους δυ-  Προσδιορ.: κυκλοφοριακό,
               -ήματα, γεν. -ημά-  σκολεύει τη ζωή των Αθηναίων.  πολύπλοκο,  διπλωματικό,  παι-
               των)              2.  κάθε  θέμα  ή  ερώτημα   δαγωγικό, φιλοσοφικό (1)
               [αρχ.  πρόβλημα  <
               αρχ. προβάλλω]    που για τη λύση του χρησι-
                                 μοποιούμε  τα  μαθηματικά
                                 ή  άλλες  επιστημονικές  με-
                                 θόδους:  ►Αυτό  το  πρόβλημα
                                 λύνεται με την απλή μέθοδο των
                                 τριών.

               πρόγραμμα (το)    1.  σχέδιο  που  καταγράφει  Συνών: πλάνο (1)
                (Ουσιαστικό, Ο40)  και κάνει γνωστές τις πρά-  Οικογ.  Λέξ.:  προγραμματίζω,
               (πρό-γραμ-μα, γεν.   ξεις  ή  τις  ενέργειες  που   προγραμματικός,  προγραμμα-
               -άμματος, πληθ.   πρόκειται   να   συμβούν:   τισμός, προγραμματιστής
               -άμματα, γεν.     ►Ανακοινώθηκε  το  πρόγραμμα   Προσδιορ.: πενταετές, σταθερό,
               -αμμάτων)                                     οικονομικό, ωρολόγιο (1)
               [αρχ. πρόγραμμα <   των εξετάσεων του Γυμνασίου.
               προγράφω]         2.  εντολές  που  δίνουμε  σε
                                 υπολογιστή, για να  προβεί
                                 σε  συγκεκριμένες  ενέργει-
                                 ες:  ►Ο  υπολογιστής  διαθέ-
                                 τει  ένα  πρόγραμμα  διόρθωσης
                                 των   ορθογραφικών   λαθών.
                  προδίδω        1. (μτβ.) παραβαίνω όρκους,  Αντίθ: τηρώ, φυλάσσω (1)
                    (Ρήμα)       αρχές,  υποχρεώσεις  κ.λπ.:   Οικογ. Λέξ.: προδοσία, προδό-
               (ενεστ.   προ-δί-δω,   ►Δεν  προδίδω  ποτέ  τις  ιδέες   της, προδοτικός
               αόρ.  πρόδωσα,  παθ.   μου.
               αόρ.   προδόθηκα,   2.  (μτβ.)  γίνομαι  προδότης,
               παθ.  μτχ.  προδομέ-  βλάπτω  την  πατρίδα  μου:
               νος)
               [μεσν.  προδίδω  <   ►Ο  Εφιάλτης  πρόδωσε  τους
               προδίδωμι]        Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες.




                                                  167





       10-0102-16,5X23,5.indd   167                                                  19/11/2015   2:09:34 µµ
   163   164   165   166   167   168   169   170   171   172   173