Page 169 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 169
προετοιμάζω
προετοιμάζω (μτβ.) ετοιμάζω κάποιον ή Οικογ. Λέξ.: προετοιμασία
(Ρήμα, Ρ4) κάτι από πριν: ►Η Φλώρινα
(ενεστ. προ-ε-τοι- προετοίμασε μια σειρά εκδηλώ-
μά-ζω, αόρ. προε- σεων για την απελευθέρωσή της.
τοίμασα, παθ. αόρ.
προετοιμάστηκα,
παθ. μτχ. προετοι-
μασμένος)
[αρχ. προετοιμά-
ζω]
προϊόν (το) 1. καθετί που παράγει με Σύνθ: υποπροϊόν, παραπροϊόν
(Ουσιαστικοπ., Ο44) την εργασία του ο άνθρω- Προσδιορ.: ακατέργαστο, ντό-
(προ-ϊ-όν, γεν. πος: ►Οι αγρότες της Κρήτης πιο, εγχώριο, ορυκτό, περιζήτη-
-όντος, πληθ. -όντα) παράγουν πολλά οπωροκηπευτι- το, πολυδιαφημισμένο (1)
[αρχ. προϊὸν (μτχ. κά προϊόντα.
ουδ. < πρόειμι (= 2. (μτφ.) το κέρδος, η ωφέ-
προχωρώ)]
λεια, η απολαβή: ►Η περιου-
σία που απέκτησε είναι προϊόν
των κόπων του.
πρόκειται 1. (αμτβ.) γίνεται λόγος για
(Ρήμα) κάτι: ►Πρόκειται για σοβαρή
(ενεστ. πρό-κει-ται, υπόθεση, που απασχολεί ολό-
πρτ. επρόκειτο) κληρη τη γειτονιά.
[αρχ. πρόκειμαι <
πρὸ + κεῖμαι (= βρί- 2. (αμτβ.) αναμένεται να
σκομαι)] συμβεί κάτι: ►Πότε πρόκειται
να έρθετε στην Αθήνα;
168
10-0102-16,5X23,5.indd 168 19/11/2015 2:09:34 µµ

