Page 170 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 170
προσθέτω
προλαβαίνω 1. (μτβ.) φτάνω έγκαιρα Οικογ. Λέξ.: πρόληψη, προλη-
(Ρήμα) πριν συμβεί κάτι, προφταί- πτικός
(ενεστ. προ-λα-βαί- νω: ►Προλάβαμε το αεροπλάνο, Φράσεις: ►Όποιος πρόλαβε,
νω, αόρ. πρόλαβα) λίγο πριν την απογείωσή του. τον Κύριο είδε (= σε περιπτώσεις
[αρχ. προλαμβά- 2. (μτβ.) κάνω κάτι τη στιγ- σύγχυσης, όπου ο καθένας ενερ-
νω] μή που πρέπει και εμπο- γεί για τον εαυτό του)
δίζω κάτι δυσάρεστο: ►
Προλάβαμε τη φωτιά, πριν αυτή
επεκταθεί στο δάσος.
προσευχή (η) 1. παράκληση ή ευχαριστία Συνών: δέηση (1)
(Ουσιαστικό, Ο24) που απευθύνεται στον Θεό: Οικογ. Λέξ.: προσεύχομαι
(προ-σευ-χή) ►Κάθε βράδυ, προτού κοιμηθώ, Προσδιορ.: δημόσια, εσπερινή,
[μτγν. προσευχὴ < κάνω την προσευχή μου. κατανυκτική (1)
προσεύχομαι] 2. τα λόγια που απευθύνο- Φράσεις: ►Νηστεία και προ-
νται προς τον Θεό: σευχή (= λιτοδίαιτη ζωή)
►Το «Πάτερ ἡμῶν» είναι η
πιο γνωστή προσευχή.
προσέχω 1. (μτβ.) έχω στραμμένο τον Συνών: φροντίζω (2)
(Ρήμα, Ρ3) νου μου σε κάτι, παρακο- Οικογ. Λέξ.: προσοχή, προσε-
(ενεστ. προ-σέ-χω, λουθώ κάτι με ενδι- κτικός
αόρ. πρόσεξα, παθ. αφέρον: ►Ο Γιάννης προσέχει
αόρ. προσέχτηκα, πάντοτε στο μάθημα.
παθ. μτχ. προσεγμέ-
νος) 2. (μτβ.) προφυλάσσω κά-
[αρχ. προσέχω < ποιον ή κάτι, επιτηρώ: ►Ο
πρὸς + ἔχω] δάσκαλος προσέχει τους μαθητές
την ώρα του διαλείμματος.
προσθέτω 1. (μτβ.) (μαθημ.) εκτελώ Αντίθ.: αφαιρώ (1)
(Ρήμα) την αριθμητική πράξη της Συνών: αθροίζω (1), επεκτείνω,
(ενεστ. προ-σθέ-τω, πρόσθεσης: ►Πρόσθεσε τους συμπληρώνω (2)
αόρ. πρόσθεσα, παθ. αριθμούς 30 και 15 και βρες το Σύνθ.: προσθαφαιρώ
αόρ. προστέθηκα) αποτέλεσμα. Οικογ. Λέξ.: πρόσθεση, προσθή-
[λόγ. < αρχ. προ- 2. (μτβ.) βάζω κάτι επιπλέ- κη, προσθετικός, προσθετέος,
στίθημι] πρόσθετος
ον σε κάτι άλλο και το αυ-
ξάνω: ►Πρόσθεσε λίγη κανέλα
στο φαγητό, για να το κάνεις πιο
νόστιμο.
169
10-0102-16,5X23,5.indd 169 19/11/2015 2:09:34 µµ

