Page 171 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 171
προσκυνώ
προσκυνώ 1. (μτβ.) ασπάζομαι με σεβα- Συνών: υποτάσσομαι (2)
(Ρήμα, Ρ5) σμό εικόνα ή λείψανα αγί- Οικογ. Λέξ.: προσκύνημα, προ-
(ενεστ. προ-σκυ-νώ ων: ►Πήγαν στην Τήνο, για να σκύνηση, προσκυνητής
αόρ. προσκύνησα, προσκυνήσουν την Παναγία.
παθ. μτχ. προσκυνη- 2. (μτβ.) (μτφ.) δηλώνω υπο-
μένος)
[αρχ. προσκυνῶ ταγή σε έναν αφέντη: ►Οι
< πρὸς + κυνῶ (= κλέφτες δεν προσκύνησαν τον
φιλώ)] κατακτητή.
πρόσκληση (η) 1. το κάλεσμα κάποιου Συνών: κλήση (1), προσκλητή-
(Ουσιαστικό, Ο28) να παραβρεθεί κάπου: ► ριο (2)
(πρό-σκλη-ση, γεν. Δέχτηκε την πρόσκληση του φί-
-ης, -ήσεως, πληθ. λου του για δείπνο.
-ήσεις, γεν. -ήσεων)
[λόγ. < αρχ. 2. το έντυπο με το οποίο
πρόσκλησις < προσκαλείται κάποιος κά-
προ-σκαλῶ] που: ►Έλαβα την πρόσκληση
γάμου από τον εξάδελφό μου.
προσποιούμαι (μτβ.) προσπαθώ να εμφανί- Οικογ. Λέξ.: προσποίηση, προ-
(Ρήμα, Ρ7) σω μια ψεύτικη εικόνα για σποιητός, προσποιητά (επίρρ.)
(ενεστ. προ-σποι-ού- τον εαυτό μου, υποκρίνο-
μαι, παθ. αόρ. προ- μαι: ►Προσποιήθηκε τον άρρω-
σποιήθηκα, παθ. στο κι έμεινε στο κρεβάτι.
μτχ. προσποιημέ-
νος)
[αρχ. προσποιοῦ-
μαι (= αποκτώ
κάτι για τον εαυτό
μου)]
προσφέρω 1. (μτβ.) δωρίζω, χαρίζω: Συνών: προθυμοποιούμαι (3)
(Ρήμα) ►Θέλω να προσφέρω στον φίλο Οικογ. Λέξ.: προσφορά, πρό-
(ενεστ. προ-σφέ-ρω, του ένα ωραίο αναμνηστικό. σφορος, πρόσφορο (το)
αόρ. πρόσφερα, παθ. 2. (μτβ.) πουλώ σε κάποιον
αόρ. προσφέρθηκα, κάτι: ►Το κατάστημα προσφέ-
παθ. μτχ. προσφερ- ρει διάφορα προϊόντα σε τιμές
μένος) ευκαιρίας.
[αρχ. προσφέρω] 3. (μτβ.) (μέσ.) είμαι πρό-
θυμος να παράσχω τις υπη-
ρεσίες μου, έχω διάθεση να
βοηθήσω: ►Προσφέρομαι να
μεσολαβήσω, για να λυθεί το
πρόβλημα.
170
10-0102-16,5X23,5.indd 170 19/11/2015 2:09:34 µµ

