Page 172 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 172
πρόταση
πρόσφυγας (ο) αυτός που αναγκάζεται να Οικογ. Λέξ.: προσφυγιά, προ-
(Ουσιαστικό, Ο3) φύγει από τον τόπο της μό- σφυγικός
(πρό-σφυ-γας, γεν. νιμης διαμονής του ή από
-α, πληθ. -ες, γεν.
-ύγων) την πατρίδα του για πο-
[μτγν. πρόσφυξ < λιτικούς, οικονομικούς ή
αρχ. προσφεύγω] θρησκευτικούς λόγους: ►Οι
πρόσφυγες εγκατέλειπαν κατά
κύματα τις περιοχές στις οποίες
γινόταν πόλεμος.
πρόσωπο (το) 1. το μπροστινό μέρος από Συνών: όψη, μούτρο (1)
(Ουσιαστικό, Ο34) το ανθρώπινο κεφάλι: ►Το Σύνθ.: προσωπογραφία, προ-
(πρό-σω-πο, γεν. πρόσωπό του είναι στρογγυλό, σωποκράτηση, προσωποπαγής,
-ώπου πληθ. -α, γεν. με ωραία χαρακτηριστικά. προσωποποίηση
-ώπων) 2. ο άνθρωπος, το κάθε άτο- Οικογ. Λέξ.: προσωπείο, προ-
[αρχ. πρόσωπον] μο χωριστά: ►Στην εκδήλω- σωπίδα, προσωπικός, προσωπι-
ση παραβρέθηκαν πολλά γνωστά κότητα
Προσδιορ.: ανύπαρκτο, αξιόλο-
πρόσωπα της πόλης μας. γο, νομικό (2), γελαστό, γοητευ-
3. (γραμμ.) τύπος ρήματος τικό, θλιμμένο (1, 2), μυθικό (2)
ή αντωνυμίας που δηλώνει Φράσεις: ►Γνωρίζω πρόσωπα
αυτόν που μιλάει (α’ πρό- και πράγματα (= γνωρίζω τα
σωπο), αυτόν στον οποίο πάντα) ►Δε βλέπω Θεού πρό-
λέγεται κάτι (β’ πρόσωπο) σωπο (= όλα μου πάνε στρα-
βά) ►Χάθηκε από προσώπου
και αυτόν για τον οποίον γης (= εξαφανίστηκε εντελώς)
γίνεται λόγος (γ’ πρόσωπο): ►Πρόσωπο με πρόσωπο (=
►Το ρήμα «γράφεις» βρίσκεται αντικριστά)
στο δεύτερο πρόσωπο. Παροιμ.: ►Το ’να χέρι νίβει τ’
άλλο και τα δυο το πρόσωπο
πρόταση (η) 1. το να προτείνει κανείς Σύνθ: αντιπρόταση
(Ουσιαστικό, Ο28) κάτι: ►Οι μαθητές έκαναν τις Προσδιορ.: ακατανόητη, αό-
(πρό-τα-ση, γεν. δικές τους προτάσεις για τις εκ- ριστη, δελεαστική, ελκυστική,
-ης, -άσεως, πληθ. δρομές του σχολείου. πρωτάκουστη (1)
-άσεις, γεν. -άσεων) 2. (γραμμ.) σύντομο κομμάτι
[αρχ. πρότασις < του λόγου που εκφράζει μία
προτείνω]
σκέψη με πλήρες νόημα:
►Υπάρχουν στον λόγο μας πολ-
λά είδη προτάσεων.
171
10-0102-16,5X23,5.indd 171 19/11/2015 2:09:34 µµ

