Page 173 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 173
προτέρημα
προτέρημα (το) προσόν, χάρισμα της φύσης Αντίθ: ελάττωμα, μειονέκτημα
(Ουσιαστικό, Ο40) ή πλεονέκτημα που απο- Συνών: αρετή
(προ-τέ-ρη-μα, γεν. κτήθηκε με την άσκηση και Προσδιορ.: έμφυτο, αναγνωρι-
-ήματος, πληθ. τη μελέτη: ►Διακρίνεται για σμένο, αναμφισβήτητο
-ήματα, γεν. τα προτερήματα της ειλικρίνειας
-ημάτων) και της υπομονής.
[μτγν. προτέρημα
< προτερῶ]
προτιμώ (μτβ.) θεωρώ ότι κάτι είναι Οικογ. Λέξ.: προτίμηση, προτι-
(Ρήμα, Ρ5) καλύτερο από κάτι άλλο και μητέος
(ενεστ. προ-τι-μώ, το επιλέγω: ►Γενικά προτιμώ
αόρ. προτίμησα, παθ. τη ζέστη από το κρύο.
αόρ. προτιμήθηκα)
[αρχ. προτιμῶ]
προφυλάσσω (μτβ.) προστατεύω κάποιον Οικογ. Λέξ.: προφύλαξη, προ-
(Ρήμα, Ρ3) ή κάτι από κίνδυνο ή κακό: φυλακτικός, προφυλακτήρας
(ενεστ. προ-φυ-λάσ- ►Η ομπρέλα μάς προφυλάσσει
σω, αόρ. προφύλα- από τη βροχή.
ξα,
παθ. αόρ. προφυ-
λάχτηκα, παθ. μτχ.
προφυλαγμένος)
[αρχ. προφυλάσ-
σω]
πρόχειρος, -η, -ο 1. οτιδήποτε γίνεται χωρίς Αντίθ: φροντισμένος, μελετημέ-
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) προετοιμασία ή προσοχή: νος (1)
(πρό-χει-ρος) ►Έκανε μια πολύ πρόχειρη δου- Συνών: επιπόλαιος (1)
[αρχ. πρόχειρος < λειά, χωρίς να προσέξει όσο θα Σύνθ: προχειρολογώ, προχειρο-
πρὸ + χεὶρ] έπρεπε. γραμμένος
2. αυτός που εύκολα μπορεί Οικογ. Λέξ.: προχειρότητα
Φράσεις: ►Εκ του προχείρου (=
να χρησιμοποιηθεί: ►Είναι επιπόλαια)
ένα καθημερινό και πρόχειρο ερ- Προσδιοριζ.: δικαιολογία,
γαλείο. λύση, γεύμα (1)
προχωρώ 1. (αμτβ.) βαδίζω προς Οικογ. Λέξ.: προχώρημα, προ-
(Ρήμα, Ρ5) τα εμπρός, πηγαίνω: χωρητικός
(ενεστ. προ-χω-ρώ ►Προχώρησα με δυσκολία προς
αόρ. προχώρησα, την κορυφή του βουνού.
παθ. μτχ. προχωρη- 2. (αμτβ.) (μτφ.) αυξάνω
μένος)
[αρχ. προχωρῶ < σε έκταση ή ένταση, προο-
πρὸ + χωρῶ] δεύω, προκόβω: ►Είναι κα-
λός φοιτητής και προχωρεί κα-
νονικά στις σπουδές του.
172
10-0102-16,5X23,5.indd 172 19/11/2015 2:09:35 µµ

