Page 174 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 174

πρωτεύουσα

 προτέρημα (το)  προσόν, χάρισμα της φύσης  Αντίθ: ελάττωμα, μειονέκτημα  πρωθυπουργός   ο πρόεδρος της κυβέρνησης  Οικογ.  Λέξ.:  πρωθυπουργικός,
 (Ουσιαστικό, Ο40)  ή  πλεονέκτημα  που  απο-  Συνών: αρετή  (ο)  και  του  υπουργικού  συμ-  πρωθυπουργία
 (προ-τέ-ρη-μα, γεν.  κτήθηκε με την άσκηση και   Προσδιορ.:  έμφυτο,  αναγνωρι-  (Ουσιαστικό, Ο13)  βουλίου:  ►Ο  πρωθυπουργός   Προσδιορ.: εκλεγμένος, εντολο-
 -ήματος, πληθ.   τη  μελέτη:  ►Διακρίνεται  για   σμένο, αναμφισβήτητο  (πρω-θυ-πουρ-γός)  παρουσίασε στη Βουλή το οικο-  δόχος,  ισχυρός, προσωρινός
 -ήματα, γεν.   τα προτερήματα της ειλικρίνειας   [λόγ.  πρωθυπουρ-  νομικό  πρόγραμμα  της  κυβέρ-
 -ημάτων)  και της υπομονής.   γὸς  <  πρῶτος  +   νησης.
 [μτγν.  προτέρημα   ὑπουργὸς]
 < προτερῶ]
               πρώιμος, -η, -ο   ό,τι  γίνεται  πριν  από  την  Αντίθ: όψιμος
 προτιμώ  (μτβ.) θεωρώ ότι κάτι είναι  Οικογ. Λέξ.: προτίμηση, προτι-  (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  ώρα  του,  ο  πρόωρος:  ►Τα   Οικογ.  Λέξ.:  πρώιμα,  πρωιμό-
 (Ρήμα, Ρ5)  καλύτερο από κάτι άλλο και   μητέος   (πρώ-ι-μος)   σταφύλια είναι εφέτος πρώιμα.  τητα
 (ενεστ.   προ-τι-μώ,  το επιλέγω: ►Γενικά προτιμώ   [αρχ.  πρώϊμος  <
 αόρ. προτίμησα, παθ.   τη ζέστη από το κρύο.  πρωΐ]
 αόρ. προτιμήθηκα)
 [αρχ. προτιμῶ]  πρωταγωνι-      1.  ηθοποιός  που  παίζει  τον  Αντίθ: κομπάρσος (1, 2)
                                 πρώτο ρόλο σε μια θεατρική
                στής, -ίστρια
 προφυλάσσω  (μτβ.) προστατεύω κάποιον  Οικογ.  Λέξ.:  προφύλαξη,  προ-  (Επίθετο, Ο6 & Ο20,  ή  κινηματογραφική  παρά-  Συνών: πρωτεργάτης (2)
                                                             Οικογ.  Λέξ.:  πρωταγωνιστής,
 (Ρήμα, Ρ3)  ή κάτι από κίνδυνο ή κακό:   φυλακτικός, προφυλακτήρας  πρωταγωνιστικός
 (ενεστ.  προ-φυ-λάσ-  ►Η  ομπρέλα  μάς  προφυλάσσει   έμψυχα)  σταση: ►Πολλοί ηθοποιοί επι-
 σω,  αόρ.  προφύλα-  από τη βροχή.  (πρω-τα-γω-νι-  θυμούν να είναι πρωταγωνιστές
 ξα,           στής, γεν. -ή, -ιας,   σε έργα της αρχαίας τραγωδίας.
 παθ.  αόρ.  προφυ-  πληθ.       2. (μτφ.) αυτός που πρωτο-
 λάχτηκα,  παθ.  μτχ.    -ές, -ίστριες)   στατεί σε κάτι: ►Είναι πρωτα-
 προφυλαγμένος)                  γωνιστής σε όλες τις εκδηλώσεις
 [αρχ.   προφυλάσ-  [αρχ.  πρωταγωνι-  της τάξης.
               στὴς]
 σω]
 πρόχειρος, -η, -ο  1.  οτιδήποτε  γίνεται  χωρίς  Αντίθ: φροντισμένος, μελετημέ-  πρωτεύουσα (η)  1. η πόλη στην οποία είναι  Σύνθ.: συμπρωτεύουσα
 (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  προετοιμασία  ή  προσοχή:   νος (1)   Οικογ.  Λέξ.:  πρωτευουσιάνος,
 (πρό-χει-ρος)   ►Έκανε μια πολύ πρόχειρη δου-  Συνών:   επιπόλαιος (1)  (Ουσιαστικό, Ο20)  εγκαταστημένη  η  κυβέρ-  πρωτευουσιάνικος
 [αρχ.  πρόχειρος  <   λειά,  χωρίς  να  προσέξει  όσο  θα   Σύνθ: προχειρολογώ, προχειρο-  (πρω-τεύ-ου-σα)  νηση  ενός  κράτους:  ►Το   Προσδιορ.: διοικητική, οικονο-
 πρὸ + χεὶρ]  έπρεπε.  γραμμένος  [λόγ. θηλ. της μτχ.   Βερολίνο έγινε ξανά η πρωτεύ-  μική,  εμπορική,  βιομηχανική,
               πρωτεύων  <  πρω-
 2. αυτός που εύκολα μπορεί   Οικογ. Λέξ.: προχειρότητα  τεύω]  ουσα της Γερμανίας.    πολιτιστική (2, 3)
 Φράσεις: ►Εκ του προχείρου (=
                                 2. η πόλη στην οποία έχουν
 να  χρησιμοποιηθεί:  ►Είναι   επιπόλαια)  έδρα  οι  διοικητικές  υπη-
 ένα καθημερινό και πρόχειρο ερ-  Προσδιοριζ.: δικαιολογία,   ρεσίες  ενός  νομού,    μιας
 γαλείο.  λύση, γεύμα (1)        επαρχίας    κλπ.:  ►Η  Βέροια
                                 είναι  η  πρωτεύουσα  του  νομού
 προχωρώ  1.  (αμτβ.)  βαδίζω  προς  Οικογ.  Λέξ.:  προχώρημα,  προ-
 (Ρήμα, Ρ5)  τα   εμπρός,   πηγαίνω:   χωρητικός  Ημαθίας.
 (ενεστ. προ-χω-ρώ   ►Προχώρησα με δυσκολία προς   3. (μτφ.) η πόλη που συγκε-
 αόρ. προχώρησα,   την κορυφή του βουνού.  ντρώνει  τις  πιο  σπουδαίες
 παθ. μτχ. προχωρη-  2.  (αμτβ.)  (μτφ.)  αυξάνω   και  σημαντικές  δραστηρι-
 μένος)                          ότητες  σε  έναν  τομέα:  ►Η
 [αρχ.  προχωρῶ  <   σε  έκταση  ή  ένταση,  προο-  Βενετία  ήταν  πρωτεύουσα  του
 πρὸ + χωρῶ]  δεύω,  προκόβω:  ►Είναι  κα-  εμπορίου για πολλά χρόνια.
 λός φοιτητής και προχωρεί κα-
 νονικά στις σπουδές του.




                                                  173





       10-0102-16,5X23,5.indd   173                                                  19/11/2015   2:09:35 µµ
   169   170   171   172   173   174   175   176   177   178   179