Page 22 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 22

αλλοδαπός

                                 2.  (μαθημ.)  το  ευθύγραμμο
                                 τμήμα που ενώνει το κέντρο
                                 του  κύκλου  με  την  περιφέ-
                                 ρεια:  ►Η  ακτίνα  του  κύκλου
                                 είναι το μισό της διαμέτρου.



               αλαζονεία  (η)    η  υπέρμετρη  περηφάνια  Αντίθ.:  μετριοφροσύνη,  ταπει-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  και περιφρόνηση προς τους  νοφροσύνη, σεμνότητα
               (α-λα-ζο-νεί-α γεν.  άλλους:  ►Η συμπεριφορά του   Συνών.: υπεροψία, κομπασμός,
                -ας, πληθ. – )   χαρακτηρίζεται  συνήθως    από   έπαρση
               [λόγ. < αρχ. ἀλαζο-  αλαζονεία και εγωισμό.   Προσδιορ.:  παθολογική,  αφά-
               νεία  <  ἀλαζονεύο-                           νταστη, υπερβολική
               μαι]
                 αλήθεια  (η)    1.  καθετί  που  συμφωνεί  με  Αντίθ.:  ψέμα,  ψεύδος,  ψευτιά
                (Ουσιαστικό, Ο19)  ό,τι  πραγματικά  συμβαίνει  (1)
               (α-λή-θει-α, γεν. -ας,   ή  υπάρχει:  ►Η  αλήθεια  είναι   Συνών.:  πραγματικότητα  (1),
               πληθ. -ες, γεν. - )  ότι εφέτος είχαμε βαρύ χειμώνα.  γεγονός (2), πραγματικά (3)
               [αρχ. ἀλήθεια <   2. κάτι που είναι αποδεδειγ-  Σύνθ.: αναλήθεια, φιλαλήθεια
               ἀληθὴς < ἀ στερ.   μένο  και  δε  δέχεται  αμφι-  Οικογ. Λέξ.: αληθής, αληθινός,
               + λῆθος (= λησμο-                             αληθεύω
               νιά)]             σβήτηση: ►Ορισμένες επιστη-  Προσδιορ.:   αναμφισβήτητη,
                                 μονικές  αλήθειες  είναι  γνωστές  απόλυτη,  επιστημονική (1, 2)
                                 από τα αρχαία χρόνια.
                                 3.  (ως  επίρρ.)  πράγματι:
                                 ►Είναι, στ’ αλήθεια, ένας εξαί-
                                 ρετος επιστήμονας.




               αλληλεγγύη (η)    αμοιβαία    αλληλοβοήθεια  Συνών.:  συμπαράσταση,  αλλη-
                (Ουσιαστικό, Ο25)  ανάμεσα  σε  δύο  ή  περισ-  λοϋποστήριξη
               (αλ-λη-λεγ-γύ-η, γεν.  σότερα  άτομα:  ►Οι  μαθητές   Προσδιορ.:  κοινωνική,  επαγ-
               -ης, πληθ. – )    συγκέντρωσαν τρόφιμα, δείχνο-  γελματική
               [μτγν. ἀλληλεγ-   ντας  την  αλληλεγγύη  τους  στα
               γύη]              παιδιά της Αφρικής.

               αλλοδαπός, -ή,    αυτός  που  κατάγεται  από   Αντίθ.: ημεδαπός
                      -ό         ξένη  χώρα:  ►Στην  Ελλάδα  Προσδιοριζ.:  εργάτης,  τουρί-
               (Επίθετο,  Ε1,  έμψυχα  ζουν τα τελευταία χρόνια πολλοί   στας, φοιτητής
               και άψυχα)        αλλοδαποί.                  Φράσεις: ►Ζει στην αλλοδαπή
               (αλ-λο-δα-πός)                                (= ζει στο εξωτερικό)
               [λόγ. < αρχ. ἀλλο-
               δαπὸς]




                                                  21





       10-0102-16,5X23,5.indd   21                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   17   18   19   20   21   22   23   24   25   26   27