Page 175 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 175
πρωτοβουλία
πρωτοβουλία το να αποφασίζει και να Φράσεις: ►Έχω την πρωτοβου-
(η) κάνει κάποιος πρώτος κάτι λία των κινήσεων (= παίζω απο-
(Ουσιαστικό, Ο19) με τη θέλησή του: ►Οι μα- φασιστικό ρόλο στην εξέλιξη
(πρω-το-βου-λί-α) θητές του σχολείου πήραν την μιας υπόθεσης)
[λόγ. < πρῶτος + πρωτοβουλία να καθαρίσουν την
βουλὴ (= θέληση, παραλία από τα σκουπίδια.
επιθυμία)]
πρωτόγονος, 1. αυτός που έζησε στους Οικογ. Λέξ.: πρωτόγονα (επίρρ.)
-η, -ο προϊστορικούς χρόνους σε Προσδιοριζ.: πολιτισμός, τεχνο-
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα άγρια κατάσταση ή σε μια λογία (1), αντίληψη (2)
και άψυχα) κοινωνία με στοιχειώδη ορ-
(πρω-τό-γο-νος) γάνωση: ►Οι συνθήκες ζωής
[αρχ. πρωτόγονος για τον πρωτόγονο άνθρωπο
< πρῶτος + γόνος < ήταν πολύ σκληρές.
γίγνομαι] 2. αυτός που δεν έχει επη-
ρεαστεί από τον πολιτισμό,
ακαλλιέργητος: ►Μερικές
φορές η συμπεριφορά του ήταν
πρωτόγονη.
πτηνό (το) ζώο που έχει φτερά και Οικογ. Λέξ.: πέταγμα
(Ουσιαστικό, Ο31) γεννάει αυγά, πουλί, πετού- Προσδιορ.: αποδημητικό, νυ-
(πτη-νό) μενο: ►Τα χελιδόνια είναι απο- κτόβιο, αρπακτικό, εξημερωμέ-
[αρχ. πτηνὸν < πέ- δημητικά πτηνά. νο
τομαι]
πτώση (η) 1. η κίνηση από πάνω προς Αντίθ: έγερση (1)
(Ουσιαστικό, Ο27) τα κάτω, το πέσιμο: ►Από την Σύνθ: επίπτωση, έκπτωση, σύ-
(πτώ-ση, γεν. -ης, πτώση του χαλαζιού προκλήθη- μπτωση, κατάπτωση, μετάπτω-
-εως, πληθ. -εις) καν σημαντικές ζημιές στα κη- ση
[αρχ. πτῶσις < πί- πευτικά. Οικογ. Λέξ.: πτωτικός
πτω] 2. (για πόλεις και οχυρά) Προσδιορ.: αναπάντεχη, απρό-
άλωση, κατάληψη, εκ- οπτη, απότομη, επικίνδυνη (1)
πόρθηση: ►Η πτώση της
Κωνσταντινούπολης έγινε στις
29 Μαΐου 1453.
3. (για ανθρώπους) η απομά-
κρυνση από κάποια αρχή ή
θέση: ►Η πτώση της κυβέρνη-
σης οδηγεί σε εκλογές.
4. (γραμμ.) οι τύποι που παίρ-
νουν το άρθρο, το ουσιαστι-
κό, το επίθετο, η αντωνυμία
και η μετοχή: ►Οι πτώσεις
είναι τέσσερις: η ονομαστική, η
γενική, η αιτιατική και η κλητική.
174
10-0102-16,5X23,5.indd 174 19/11/2015 2:09:35 µµ

