Page 176 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 176
πυρήνας
πύραυλος (ο) 1. μηχάνημα που αναπτύσ- Σύνθ: πυραυλοκίνητος
(Ουσιαστικό, Ο16) σει μεγάλη ταχύτητα και Οικογ. Λέξ.: πυραυλικός
(πύ-ραυ-λος, γεν. χρησιμοποιείται για την Προσδιορ.: διαστημικός, διη-
-αύλου, πληθ. -οι, εκτόξευση διαστημοπλοί- πειρωτικός, πυρηνικός, τηλεκα-
γεν. -αύλων) ων: ►Ο άνθρωπος έστειλε το τευθυνόμενος (2)
[λόγ. πύραυλος < 1969 τον πρώτο πύραυλο στη Φράσεις: ►Γίνομαι πύραυλος
πῦρ + αὐλὸς] σελήνη. (= φεύγω με μεγάλη ταχύτητα,
2. βλήμα που εκτοξεύεται μτφ. θυμώνω πολύ)
από τη βάση του και προ-
σβάλλει στόχους σε μεγάλη
απόσταση: ►Πολλές χώρες
διαθέτουν αντιαεροπορικούς πυ-
ραύλους για την άμυνά τους.
πυρετός (ο) 1. παθολογική αύξηση της Σύνθ: απύρετος
(Ουσιαστικό, Ο13) θερμοκρασίας του σώματος Οικογ. Λέξ.: πυρετώδης, πυρε-
(πυ-ρε-τός, γεν. πέρα από το φυσιολογικό: τωδώς (επίρρ.)
-ού, πληθ. - ) ►Ανέβηκε ο πυρετός του παι- Προσδιορ.: ελώδης (1), προε-
[αρχ. πυρετὸς] διού, επειδή κρύωσε. κλογικός (2)
2. (μτφ.) έντονη δραστηριό-
τητα: ►Οι φίλαθλοι ζουν στον
πυρετό του μεγάλου ποδοσφαιρι-
κού αγώνα.
πυρήνας (ο) 1. το εσωτερικό τμήμα ορι- Συνών: κέντρο, βάση (3)
(Ουσιαστικό, Ο1) σμένων καρπών μέσα στο Σύνθ: πυρηνέλαιο
(πυ-ρή-νας) οποίο υπάρχει το κουκού- Οικογ. Λέξ.: πυρηνικός
[λόγ. < αρχ. πυρὴν τσι: ►Από τον πυρήνα της Προσδιορ.: εσωτερικός (1), κομ-
(= κουκούτσι)] ελιάς παράγεται λάδι, το γνωστό ματικός (3), σκληρός (1, 2, 3)
πυρηνέλαιο.
2. (φυσ.) το κεντρικό τμήμα
της μάζας του ατόμου που
αποτελείται από πρωτό-
νια και νετρόνια: ►Τα ηλε-
κτρόνια περιστρέφονται γύρω
από τον πυρήνα του ατόμου.
3. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί
κεντρικό σημείο σε κάτι:
►Το ζήτημα της ειρήνης ήταν
ο πυρήνας των εκδηλώσεων του
Πολιτιστικού μας Συλλόγου.
175
10-0102-16,5X23,5.indd 175 19/11/2015 2:09:35 µµ

