Page 177 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 177

πυροσβέστης

                   πυροσβέστης      αυτός που ασχολείται με το  Οικογ. Λέξ.: πυρόσβεση, πυρο-
                        (ο)         σβήσιμο  των  πυρκαγιών,    σβεστικός, πυροσβεστήρας
                   (Ουσιαστικό, Ο5)  καθώς  και  με  τη  διάσωση   Προσδιορ.: εθελοντής
                  (πυ-ρο-σβέ-στης)  ατόμων  και  περιουσιών  σε
                  [λόγ. < πῦρ + σβέν-  περιπτώσεις  φυσικών  κα-
                  νυμι]             ταστροφών:
                                    ►Οι  πυροσβέστες  με  υπεράν-
                                    θρωπες προσπάθειες έσβησαν τη
                                    φωτιά που είχε πάρει το δάσος.

                    πωλητής (ο)     αυτός  που  πουλάει  κάτι:  Αντίθ: αγοραστής
                   (Ουσιαστικό, Ο6)  ►Ο  πωλητής  του  εμπορικού   Σύνθ:  μικροπωλητής,  λιανοπω-
                  (πω-λη-τής)       καταστήματος  εξυπηρετούσε  με   λητής
                  [αρχ. πωλητὴς <   προθυμία τους πελάτες.      Οικογ. Λέξ.: πωλώ, πώληση,
                  πωλῶ]                                         πωλητήριο















































                                                    176





       10-0102-16,5X23,5.indd   176                                                  19/11/2015   2:09:35 µµ
   172   173   174   175   176   177   178   179   180   181   182