Page 178 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 178
ραγδαίος, -α, -ο 1. που γίνεται με μεγάλη Συνών.: σφοδρός, ορμητικός (1)
(Επίθετο, Ε3, άψυχα) ορμή και δύναμη: ►Αύριο Οικογ. Λέξ.: ραγδαία (επίρρ.)
(ρα-γδαί-ος) θα εκδηλωθούν ραγδαίες βροχές Προσδιορ.: βροχή (1), πτώση,
[αρχ. ῥαγδαῖος < και καταιγίδες σε ολόκληρη τη ανάπτυξη, εξελίξεις (οι) (2)
ῥάγδην (= βιαίως)] χώρα.
2. (μτφ.) που εκδηλώνεται
ξαφνικά και με μεγάλη τα-
χύτητα: ►Εξαιτίας του παγε-
τού σημειώθηκε ραγδαία αύξηση
στις τιμές των οπωροκηπευτι-
κών.
ραγίζω (μτβ., αμτβ.) προκαλώ ή πα- Οικογ. Λέξ.: ράγισμα
(Ρήμα, Ρ4) θαίνω ρωγμές: ►Από τον χθε- Φράσεις: ►Ράγισε η καρδιά
(ενεστ. ρα-γί-ζω, αόρ. σινό σεισμό ράγισαν μόνο μερικά μου (= στενοχωριέμαι πολύ, λυ-
ράγισα, παθ. μτχ. τζάμια. πάμαι)
ραγισμένος)
[μεσν. ραγίζω <
αρχ. ῥήγνυμι]
ραδιενέργεια (φυσ.) η ακτινοβολία που Οικογ. Λέξ.: ραδιενεργός
(η) εκπέμπουν ορισμένα χημι- Προσδιορ.: φυσική, τεχνητή
(Ουσιαστικό, Ο20) κά στοιχεία, όταν οι αστα-
(ρα-δι-ε-νέρ-γει-α, θείς πυρήνες τους διασπώ-
γεν. -ας, πληθ. - ) νται σε απλούστερους: ►Το
[λόγ. ραδιενέργεια ράδιο και το ουράνιο είναι από
< μεταφρ. δάν. αγ- τα γνωστότερα χημικά στοιχεία
γλ. radioactivity]
που εκπέμπουν ραδιενέργεια.
177
10-0102-16,5X23,5.indd 177 19/11/2015 2:09:35 µµ

