Page 179 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 179
ρατσισμός
ρατσισμός (ο) η ιδεολογία εκείνων που Συνών.: φυλετισμός
(Ουσιαστικό, Ο13) πιστεύουν ότι η δική τους Οικογ. Λέξ.: ράτσα, ρατσιστής,
(ρα-τσι-σμός, γεν. φυλή ή κοινωνική ομάδα ρατσιστικός, ρατσιστικά (επίρρ.)
-ού, πληθ. - ) είναι ανώτερη από τις άλ- Προσδιορ.: φυλετικός, κοινωνι-
[λόγ. < ιταλ. λες: ►Ο ρατσισμός οδηγεί στον κός
razzismo] φανατισμό και τη βία.
ρίζα (η) 1. το μέρος του φυτού που Συνών.: γενιά, αίμα (3)
(Ουσιαστικό, Ο19) είναι μέσα στη γη: ►Ο πλά- Σύνθ.: ριζοσπάστης, σύρριζα
(ρί-ζα ) τανος έχει βαθιές ρίζες. Οικογ. Λέξ.: ριζά (τα), ριζίδιο,
[αρχ. ῥίζα] 2. (μτφ.) καθετί που απο- ριζικός, ριζικά (επίρρ.), ρίζωμα
τελεί την πρώτη αρχή και Προσδιορ.: τρυφερή (1), τετρα-
γωνική (5)
αιτία για ένα πράγμα ή ένα Φράσεις: ►Ρίχνω ρίζες κάπου
γεγονός: ►Οι ρίζες του ελλη- (= στεριώνω, εγκαθίσταμαι κά-
νικού πολιτισμού χάνονται στα που)
βάθη των αιώνων.
3. καταγωγή: ►Οι ρίζες της
οικογένειάς μου είναι από την
Πόλη.
4. (γραμμ.) το αμετάβλητο
μέρος των κλιτών λέξεων,
το θέμα: ►Στο ρήμα τρέφω η
ρίζα είναι το «τρέφ-».
5. (μαθημ.) ο αριθμός που,
όταν πολλαπλασιάζεται με
τον εαυτό του, δίνει τον αριθ-
μό του οποίου ζητούμε τη
ρίζα: ►Το τέσσερα είναι η τε-
τραγωνική ρίζα του δεκαέξι.
ρόλος (ο) 1. το πρόσωπο που παρι- Προσδιορ.: πρωταγωνιστικός (1),
(Ουσιαστικό, Ο14) στάνει κάποιος ηθοποιός αποφασιστικός (2)
(ρό-λος) σε θεατρικό ή κινηματο- Φράσεις: ►Δεν παίζει ρόλο (=
[μεταφρ. δάν. γραφικό έργο: Πρόκειται για δεν έχει σημασία)
γαλλ. rolle] μια πολύ γνωστή ηθοποιό, που
είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην
«Αντιγόνη» του Σοφοκλή.
2. (μτφ.) σημαντική επίδρα-
ση ή συμμετοχή κάποιου σε
κάτι: ►Στην οικογένεια ο καθέ-
νας έχει τον δικό του ρόλο.
178
10-0102-16,5X23,5.indd 178 19/11/2015 2:09:35 µµ

