Page 180 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 180

ρύπανση

                   ρυθμίζω       1.  (μτβ.)  κάνω  κάτι  να  λει-  Αντίθ.: απορρυθμίζω (1)
                   (Ρήμα, Ρ4)    τουργεί σωστά ή να αποδί-   Συνών.: διευθετώ (2)
               (ενεστ.   ρυθ-μί-ζω,  δει  καλύτερα:  ►Ρύθμισα  το   Σύνθ.: μεταρρυθμίζω
               αόρ.  ρύθμισα,  παθ.   ρολόι μου στη σωστή ώρα. ►Οι   Οικογ. Λέξ.: ρυθμός, ρυθμικός,
               αόρ.   ρυθμίστηκα,   φωτεινοί  σηματοδότες  ρυθμί-  ρυθμικά  (επίρρ.),  ρυθμικότητα,
               παθ.  μτχ.  ρυθμισμέ-  ζουν την κυκλοφορία των αυτο-  ρύθμιση,  ρυθμιστής,  ρυθμιστι-
               νος)                                          κός, ρυθμιστικά (επίρρ.)
               [λόγ. < αρχ. ῥυθμί-  κινήτων.
               ζω (= τακτοποιώ) <   2.  (μτβ.)  (μτφ.)  τακτοποιώ,
               ῥυθμὸς]           κανονίζω:  ►Ρύθμισε  αμέσως
                                 τις  δουλειές  που  είχε  και  έτσι
                                 επέστρεψε γρηγορότερα στο σπί-
                                 τι του.
                 ρύπανση (η)     μόλυνση του περιβάλλοντος  Σύνθ.: ηχορύπανση
                (Ουσιαστικό, Ο28)  από τη συσσώρευση βλαβε-  Οικογ.  Λέξ.:  ρύπος,  ρυπαίνω,
               (ρύ-παν-ση,   γεν.  ρών ουσιών σε μεγαλύτερο   ρυπαντικός
               -ης, πληθ. - )    βαθμό  από  τον  κανονικό:
               [λόγ.  <  μεσν.  ρύ-  ►Η ρύπανση του περιβάλλοντος
               πανσις  <  αρχ.  ῥυ-  δημιουργεί  προβλήματα  στην
               παίνω < ῥῦπος]
                                 υγεία του ανθρώπου.







































                                                  179





       10-0102-16,5X23,5.indd   179                                                  19/11/2015   2:09:35 µµ
   175   176   177   178   179   180   181   182   183   184   185