Page 181 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 181

σάτιρα (η)     ποιητικό ή πεζό λογοτεχνι-  Σύνθ.: σατιρογράφος
                   (Ουσιαστικό, Ο22)  κό  είδος  που  διακωμωδεί   Οικογ. Λέξ.: σατιρίζω, σατιρι-
                  (σά-τι-ρα)        με  ειρωνικό  τρόπο  ελατ-  κός
                  [σάτιρα < λατιν.   τώματα  και  καταστάσεις:
                  Satira < satura (=    ►Παρακολούθησα  στο  θέατρο
                  ποικιλία)]        μία  ενδιαφέρουσα  πολιτική  σά-
                                    τιρα.
                   σαφήνεια (η)     η διατύπωση των σκέψεων,  Αντίθ.: ασάφεια, αοριστία
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  των  ιδεών  και  των  συναι-  Συνών.: καθαρότητα, διαύγεια
                  (σα-φή-νει-α, γεν.  σθημάτων  με  απόλυτα  κα-  Οικογ. Λέξ.: σαφής, (δια)σαφη-
                   -ας, πληθ. - )   τανοητό τρόπο: ►Οι σκέψεις   νίζω
                  [αρχ.  σαφήνεια  <   του  διακρίνονται  για  τη  σαφή-
                  σαφηνὴς < σαφὴς]  νεια και την καθαρότητά τους.

                      σέβομαι       1.  (μτβ.)  εκτιμώ  ιδιαίτερα  Αντίθ.:  περιφρονώ  (1,  2),  αψη-
                      (Ρήμα, Ρ2)    κάποιον ή κάτι:  ►Ακούει με   φώ (2)
                  (ενεστ.   σέ-βο-μαι,  προσοχή και σέβεται τις απόψεις   Συνών.: τιμώ, υπολήπτομαι (1)
                  παθ.  αόρ.  σεβάστη-  των άλλων.              Οικογ.  Λέξ.:  σέβας,  σεβασμός,
                  κα)               2.  (μτβ.)  τηρώ,  υπακούω:   σεβάσμιος,  Σεβασμιότατος,  σε-
                  [λόγ.  <  αρχ.  σέβο-                         βαστός
                  μαι]              ►Οι παίκτες πρέπει να σέβονται  Φράσεις:  ►Σέβομαι  τον  εαυτό
                                    τους κανόνες του παιχνιδιού.  μου (= έχω σωστή συμπεριφορά,
                                                                είμαι αξιοπρεπής)

                     σειρά (η)      1.  πρόσωπα,    πράγματα  ή
                   (Ουσιαστικό, Ο18)  άλλα  στοιχεία  που  τοπο-
                  (σει-ρά)          θετούνται  το  ένα  δίπλα
                  [λόγ. < ελνστ.    στο  άλλο  ή  το  ένα  μετά
                  σειρὰ (= γραμμή,   το   άλλο:   ►Τοποθετήσαμε
                  ακολουθία)]






                                                    180





       10-0102-16,5X23,5.indd   180                                                  19/11/2015   2:09:35 µµ
   176   177   178   179   180   181   182   183   184   185   186