Page 182 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 182
σηκώνω
τις καρέκλες στη σειρά για τη Συνών.: αράδα (2)
γιορτή του σχολείου. Σύνθ.: οροσειρά
2. (για κείμενο) γραμμή, στί- Προσδιορ.: αλφαβητική, αριθ-
χος: ►Το κεντρικό άρθρο της μητική, συντακτική (1)
σχολικής εφημερίδας αποτελεί- Φράσεις: ►Βγαίνω από τη σει-
ρά μου (= βγαίνω από τον κανο-
ται από είκοσι σειρές. νικό ρυθμό της ζωής μου)
σεισμός (ο) 1. δόνηση του στερεού φλοι- Συνών.: εγκέλαδος (1), χαμός (2)
(Ουσιαστικό, Ο13) ού της γης, που προκαλεί Σύνθ.: σεισμογενής, σεισμολό-
(σει-σμός) συνήθως καταστροφές: ►Το γος, σεισμόπληκτος, σεισμοπα-
[αρχ. σεισμὸς < επίκεντρο του σεισμού εντοπί- θής, σεισμογράφος, μετασει-
σεί-ω] στηκε στη θαλάσσια περιοχή του σμός
Ιονίου. Οικογ. Λέξ.: σεισμικός, σεισμι-
κότητα
2. (μτφ.) αναταραχή, μεγά- Προσδιορ.: εκτεταμένος, ηφαι-
λη φασαρία: ►Έγινε πραγμα- στειογενής, τεκτονικός (1)
τικός σεισμός, μόλις μαθεύτηκε
ότι η ομάδα τους κέρδισε τον πο-
δοσφαιρικό αγώνα.
σελήνη (η) το κοντινότερο προς τη γη Συνών.: φεγγάρι
(Ουσιαστικό, Ο25) ουράνιο σώμα που περι- Σύνθ: πανσέληνος, σεληνάκα-
(σε-λή-νη, γεν. -ης, στρέφεται γύρω από αυτήν τος, σεληνόφως
πληθ. - ) και αποτελεί τον φυσικό Οικογ. Λέξ.: σεληνιακός
[αρχ. σελήνη < σέ- της δορυφόρο: ►Η σελήνη Φράσεις: ►Η σκοτεινή πλευρά
λας (= φως)] περιφέρεται γύρω από τη Γη σε της σελήνης (= η άγνωστη πλευ-
ρά ενός ζητήματος) ►Σεληνιακό
είκοσι επτά ημέρες, επτά ώρες τοπίο (= ερημωμένος τόπος)
και σαράντα τρία λεπτά.
σεμνός, -ή, -ό 1. σοβαρός, ευγενικός, αξι- Αντίθ.: άσεμνος (1), αναιδής,
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα οπρεπής: ►Ο φίλος σου είναι θρασύς (2)
και άψυχα) ιδιαίτερα σεμνός στη συμπερι- Σύνθ: σεμνοπρεπής
(σε-μνός) φορά του προς τους άλλους. Οικογ. Λέξ.: σεμνά (επίρρ.), σε-
[λόγ. < αρχ. σεμνὸς 2. ντροπαλός, συνεσταλμέ- μνότητα
(= σεβαστός, μεγα- νος: ►Είναι τόσο σεμνός, που Προσδιοριζ.: επιστήμονας, ομι-
λόπρεπος)] λητής, νέος, κορίτσι (1, 2)
κοκκινίζει αμέσως μόλις του
μιλήσεις.
σηκώνω 1. (μτβ.) μετακινώ κάτι Αντίθ.: κατεβάζω (1)
(Ρήμα, Ρ1) από κάτω προς τα πάνω, Σύνθ: ανασηκώνω, ξεσηκώνω
(ενεστ. ση-κώ-νω, υψώνω: ►Σήκωσε το βιβλίο
αόρ. σήκωσα, παθ. που είχε πέσει στο πάτωμα
181
10-0102-16,5X23,5.indd 181 19/11/2015 2:09:36 µµ

