Page 183 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 183

σημαίνω

                  αόρ. σηκώθηκα, παθ.  και το έβαλε στη θέση του.   Οικογ. Λέξ.: σήκωμα, σηκωμός,
                  μτχ. σηκωμένος)   2. (μτβ.) ξυπνώ κάποιον από   σηκωτός
                  [μεσν.  σηκώνω  <   τον ύπνο, αφυπνίζω: ►Αύριο   Φράσεις:   ►Σηκώνω   κεφά-
                  μτγν.  σηκῶ  (=  ζυ-                          λι,  μπαϊράκι  (=  απειθαρχώ)
                  γίζω,  ισορροπώ)  <   να με σηκώσεις στις έξι το πρωί.  ►Σηκώνω  χέρι  (=  χτυπώ  κά-
                  σηκὸς (= ζύγι)]   3. (μτβ.) βαστώ ή μεταφέρω   ποιον)  ►Σηκώνω  ψηλά  τα  χέ-
                                    βάρος: ►Ο αθλητής της άρσης  ρια  (=  σταματώ  κάθε  προσπά-
                                    βαρών σήκωσε στο σύνολο τρια-  θεια) ►Δε σηκώνω τέτοια (= δεν
                                    κόσια κιλά.                 ανέχομαι προσβολές) ►Σηκώνω
                                                                στο  πόδι  (=  αναστατώνω)  ►Δε
                                                                σηκώνω  κεφάλι  (=  εργάζομαι
                                                                συνέχεια)  ►Σηκώνω  στο  μάθη-
                                                                μα (= εξετάζω)


                     σημαίνω        1.  (μτβ.)  δηλώνω  κάτι:  ►Το  Συνών.: χτυπώ (3)
                      (Ρήμα, Ρ1)    ρήμα  «παλιννοστώ»  σημαίνει  Σύνθ: επισημαίνω
                  (ενεστ. ση-μαί-νω,   «επιστρέφω στην πατρίδα».  Οικογ. Λέξ.: σήμα, σημαντικός,
                  αόρ. σήμανα, παθ.   2.  (μτβ.)  είμαι  σημαντικός,   σήμαντρο, σήμανση
                  αόρ. σημάνθηκα,   σπουδαίος: ►Αυτός ο άνθρω-  Φράσεις:  ►Σήμανε  η  ώρα  (=
                  παθ. μτχ. σεσημα-  πος σημαίνει πολλά  για την οι-  ήρθε η κατάλληλη στιγμή)
                  σμένος)
                  [αρχ.  σημαίνω  <   κογένειά μας.
                  σῆμα]             3.  (αμτβ.)  βγάζω  ήχο,  ηχώ:
                                    ►Το ρολόι της πλατείας σήμανε
                                    μεσάνυχτα.


                       σιγά         1. χαμηλόφωνα, όχι δυνατά:  Αντίθ.:  δυνατά,  μεγαλόφωνα
                      (Επίρρημα)    ►Μιλούσε σιγά, για να μην ενο-  (1), γρήγορα (2)
                  (σι-γά)           χλεί τους διπλανούς του.    Συνών.: σιγανά (1)
                  [μεσν.  σιγά  <  αρχ.   2. χωρίς βιασύνη, αργά: ►Το   Σύνθ: σιγοτραγουδώ
                  επίρρ. σιγῆ]      λεωφορείο  πήγαινε  πολύ  σιγά,   Οικογ. Λέξ.: σιγανά (επίρρ.), σι-
                                    με  αποτέλεσμα  να  φτάσουμε   γανός, σιγαλιά
                                                                Φράσεις: ►Σιγά-σιγά (= σταδι-
                                    στον προορισμό μας με καθυστέ-  ακά,  λίγο-λίγο)  ►Σιγά  τον  πο-
                                    ρηση.                       λυέλαιο / τα λάχανα (= για κάτι
                                                                ασήμαντο)
                  σιδηρόδρομος      συγκοινωνιακό  και  μετα-   Συνών.: αμαξοστοιχία, συρμός
                        (ο)         φορικό μέσο της ξηράς που  Οικογ. Λέξ.: σιδηροδρομικός
                   (Ουσιαστικό, Ο15)  αποτελείται  από  βαγόνια   Προσδιορ.:  αστικός,  υπόγειος,
                  (σι-δη-ρό-δρο-μος)  και  κινείται  πάνω  σε  σι-  υπεραστικός, εναέριος, ηλεκτρι-
                  [λόγ.   σιδηρόδρο-  δερένιες  ράγες,  το  τρένο:   κός
                  μος < μεταφρ. δάν.   ►Ταξίδεψα για τα Καλάβρυτα με
                  γαλλ.  chemin  de   τον οδοντωτό σιδηρόδρομο.
                  fer]





                                                    182





       10-0102-16,5X23,5.indd   182                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   178   179   180   181   182   183   184   185   186   187   188