Page 184 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 184

σκηνή

               σιτάρι και στά-   το ποώδες φυτό που ανήκει  Συνών.: σίτος
                    ρι (το)      στα δημητριακά, καθώς και  Σύνθ: σιταρόσπορος
                (Ουσιαστικό, Ο36)  ο καρπός του, που αποτελεί   Οικογ. Λέξ.: σιταρένιος
               (σι-τά-ρι,  γεν.  -ιού,   την πρώτη ύλη για το ψωμί:   Προσδιορ.: μαλακό, σκληρό
               πληθ. -ια)        ►Το  σιτάρι  είναι  ένα  από  τα   Φράσεις: ►Ξεχώρισε η ήρα απ’
                                                             το  σιτάρι  (=  ξεχώρισε  το  καλό
               [αρχ. σιτάριον <    πρώτα φυτά που καλλιέργησε ο
               υποκορ. αρχ. σῖ-  άνθρωπος.                   απ’ το κακό)
               τος)]
                   σκάβω         (μτβ.) χτυπάω το έδαφος με  Σύνθ:  υποσκάπτω
                   (Ρήμα, Ρ1)    ειδικό εργαλείο και αναπο-  Οικογ. Λέξ.: σκάψιμο, σκάμμα,
               (ενεστ. σκά-βω, αόρ.   δογυρίζω  το  χώμα,  για  να   σκαπτικός
               έσκαψα, παθ. αόρ.   ανοίξω  λάκκο  ή  αυλάκι  ή   Φράσεις:  ►Σκάβω  τον  λάκκο
               σκάφτηκα, παθ. μτχ.   για  να  καλλιεργήσω  τη  γη:   κάποιου (= προσπαθώ να κάνω
               σκαμμένος)        ►Έσκαψε  καλά  τον  κήπο  και   κακό σε κάποιον)
               [αρχ. σκάπτω]     στη  συνέχεια  φύτεψε  διάφορα
                                 λαχανικά.

                  σκέψη (η)      1. η επεξεργασία στοιχείων  Συνών.: στοχασμός (1)
                (Ουσιαστικό, Ο27)  που γίνεται στο μυαλό μας,  Σύνθ:  διάσκεψη,  επίσκεψη,  πε-
               (σκέ-ψη, γεν. -ης,   για να καταλήξουμε σε κά-  ρίσκεψη, σύσκεψη
               -εως, πληθ. -εις, γεν.  ποιο  συμπέρασμα,  κρίση,   Οικογ. Λέξ.: σκέφτομαι, σκεφτι-
               -εων)             απόφαση κ.λπ.: ►Ύστερα από   κός
               [αρχ. σκέψις < σκέ-  πολλή σκέψη αποφάσισε να κά-  Προσδιορ.:  βασανιστική,  έμμο-
               πτομαι]           νει μεταπτυχιακές σπουδές.  νη, λαθεμένη, ελεύθερη, φιλοσο-
                                 2. φροντίδα, έγνοια: ►Η σκέ-  φική (1)
                                                             Φράσεις:  ►Βάζω  σε  σκέψεις  /
                                 ψη  μου  βρίσκεται  συνεχώς  στα   μπαίνω  σε  σκέψεις  (=  προβλη-
                                 παιδιά μου.                 ματίζω  κάποιον,  προβληματί-
                                                             ζομαι)
                  σκηνή (η)      1. πρόχειρη κατασκευή από   Συνών.: αντίσκηνο,  τέντα (1)
                (Ουσιαστικό, Ο24)  αδιάβροχο ύφασμα για προ-  Σύνθ:  σκηνοθεσία,  σκηνογρα-
               (σκη-νή)          σωρινή διαμονή:             φία, αντίσκηνο
               [λόγ. < αρχ. σκηνὴ]  ►Μοιράστηκαν σκηνές και τρό-  Οικογ. Λέξ.: σκηνικός, σκηνίτης
                                 φιμα στους σεισμοπαθείς.    Προσδιορ.: στρατιωτική (1), λυ-
                                 2. το μέρος του θεάτρου που   ρική  (2),  δραματική,    κωμική,
                                 παίζουν οι ηθοποιοί: ►Όλοι   απίστευτη (3, 4)
                                 οι  ηθοποιοί  βγήκαν  στη  σκηνή   Φράσεις:  ►Βγαίνω  στη  σκηνή
                                                             (=  γίνομαι  ηθοποιός)  ►Κάνω
                                 για το τελευταίο χειροκρότημα.  σκηνή σε κάποιον (= λογομαχώ,
                                 3.  κάθε  ξεχωριστό  επει-  καβγαδίζω)  ►Σκηνές  απείρου
                                 σόδιο  σε  ένα  θεατρικό  ή   κάλλους  (=  για  καταστάσεις
                                 κινηματογραφικό      έργο:   όπου επικρατεί μεγάλη αναστά-
                                 ►Παρακολουθήσαμε    μερικές  τωση)
                                 σκηνές  από  την  «Ειρήνη»  του
                                 Αριστοφάνη.






                                                  183





       10-0102-16,5X23,5.indd   183                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   179   180   181   182   183   184   185   186   187   188   189