Page 23 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 23

αλλοίωση

                   αλλοίωση (η)     1. αλλαγή ή μεταβολή προς  Συνών.: μετατροπή (1), παραχά-
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  το  χειρότερο:  ►Η  αλλοίω-  ραξη, πλαστογράφηση (2),  σά-
                 (αλ-λοί-ω-ση, γεν.  ση που εμφανίζει η  εικόνα της   πισμα (3)
                   -ης,  πληθ.  -ώσεις,   τηλεόρασης οφείλεται σε βλάβη
                 γεν. -ώσεων)       του πομπού.
                 [λόγ. < αρχ. ἀλ-
                 λοίωσις < ἀλλοιῶ <   2.    νόθευση,  παραποίηση:
                 ἀλλοῖος]           ►Η αλλοίωση του εγγράφου δε
                                    γίνεται πάντοτε  εύκολα αντιλη-
                                    πτή.
                                    3.  αποσύνθεση,  σήψη:  ►Η
                                    αλλοίωση στα κρέατα του ψυγεί-
                                    ου ήταν προχωρημένη.
                  αλτρουισμός (ο)   αγάπη  και  φροντίδα  προς  Συνών.: φιλαλληλία
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  τους  άλλους,  χωρίς  να  Οικογ.  Λέξ.:  αλτρουιστής,  αλ-
                 (αλ-τρου-ι-σμός, γεν.  υπάρχει  προσωπικό  όφε-  τρουιστικός,   αλτρουιστικά
                 -ού, πληθ. – )     λος:  ►Δείχνει  πάντοτε  αισθή-  (επίρρ.)
                 [μτγν. αλτρουισμός   ματα  φιλίας  και  αλτρουισμού   Προσδιορ.: έμφυτος, φυσικός
                 <  γαλλ.  altruisme  <   προς  όλους  τους  συμπατριώτες
                 λατ. alter (= άλλος)]
                                    του.
                     άλωση (η)      1. η κατάληψη  οχυρωμένης  Συνών.:  κατάκτηση,    κυρίευση,
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  θέσης, ιδίως πόλης, με βίαια  εκπόρθηση
                 (ά-λω-ση, γεν. -ης,   μέσα:  ►Η άλωση του κάστρου
                 -ώσεως, πληθ. -ώσεις,   έγινε ύστερα από πολύμηνη πο-
                 γεν.  -ώσεων)      λιορκία.
                 [λόγ. < αρχ. ἅλωσις    2.  (κεφ.)  η  κατάληψη  της
                 < ἁλίσκομαι (= κυρι-
                 εύομαι)]           Κωνσταντινούπολης     από
                                    τους Τούρκους:  ►Η Άλω-ση
                                    της Πόλης έγινε το 1453.
                    αμάθεια  (η)    η  έλλειψη  γνώσεων: ►Η  Αντίθ.:  γνώση, πολυμάθεια
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  αμάθειά του τον οδήγησε σε λαν-  Συνών.:    άγνοια,  αγραμματο-
                 (α-μά-θει-α, γεν.   θασμένες επιλογές.         σύνη
                 -ας, πληθ. – )
                 [αρχ. ἀμαθία <
                 ἀμαθὴς]
                      αμελώ         (μτβ.) δε φροντίζω να κάνω  Αντίθ.:  φροντίζω,  νοιάζομαι,
                     (Ρήμα,  Ρ6)    κάτι, παραμελώ, αδιαφορώ:   μεριμνώ
                 (ενεστ. α-με-λώ,  αόρ.   ►Τον τελευταίο καιρό αμελεί τις   Συνών.: παραβλέπω
                 αμέλησα,  παθ.  αόρ.   υποχρεώσεις  του.  ►Μην  αμε-  Σύνθ.: παραμελώ
                 αμελήθηκα, παθ. μτχ.   λήσεις να μου στείλεις το βιβλίο   Οικογ.  Λέξ.:  αμελής,  αμελώς
                 αμελημένος)                                    (επίρρ.), αμέλεια, αμελητέος
                 [αρχ. ἀμελῶ <      που σου ζήτησα.
                 ἀμελὴς]




                                                     22





       10-0102-16,5X23,5.indd   22                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   18   19   20   21   22   23   24   25   26   27   28