Page 185 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 185
σκιά
4. (μτφ.) επεισόδιο, λογομα-
χία: ►Μπροστά στα μάτια του
κόσμου εξελίχτηκε μια κωμικο-
τραγική σκηνή.
σκιά (η) 1. μέρος στο οποίο δε φτά- Συνών.: ίσκιος (1)
(Ουσιαστικό, Ο23) νει το φως: ►Κάθισε στη σκιά Σύνθ: σκιαγραφώ, σκιαμαχώ
(σκι-ά) του πεύκου, για να ξεκουραστεί. Οικογ. Λέξ.: σκιώδης, σκιερός,
[αρχ. σκιὰ] 2. σκοτεινή περιοχή που σκίαση
σχηματίζεται σε μια επιφά- Φράσεις: ►Γίνομαι σκιά κά-
ποιου (= είμαι αχώριστος σύ-
νεια, όταν ένα αντικείμενο ντροφος κάποιου) ►Ζω στη
βρίσκεται ανάμεσα στη συ- σκιά του (= ζω υπό την επιρροή
γκεκριμένη επιφάνεια και του) ►Φοβάται και τη σκιά του
σε μια φωτεινή πηγή: ►Το (= είναι πολύ δειλός) ►Θέατρο
κάθε δέντρο έχει και τη δική του σκιών (= λαϊκό θέατρο που πα-
σκιά. ρουσιάζει παραστάσεις Καρα-
γκιόζη)
σκίζω και σχίζω 1. (μτβ.) κόβω κάτι σε δύο Συνών.: διασχίζω (2)
(Ρήμα, Ρ4) ή περισσότερα κομμάτια: Σύνθ: διασχίζω, ξεσχίζω
(ενεστ. σκί-ζω, αόρ. ►Έσκισε και έριξε στο καλάθι Οικογ. Λέξ.: σκίσιμο, σκιστός,
έσκισα, παθ. αόρ. τα άχρηστα χαρτιά. σχίσμα, σχισμή
σκίστηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) περνώ με μεγά- Φράσεις: ►Σκίστηκε να με εξυ-
σκισμένος) λη ταχύτητα μέσα από τον πηρετήσει (= έδειξε μεγάλο ενδι-
[μεσν. σκίζω < αρχ. αφέρον)
σχίζω] αέρα, το νερό κ.λπ.: ►Το κα-
ράβι έσκιζε με ορμή τα νερά της
θάλασσας.
σκοινί και σχοι- μακρύ κορδόνι από φυτι- Σύνθ: σχοινοβάτης
νί (το) κές ίνες ή άλλο υλικό, που Οικογ. Λέξ.: σκοινάκι
(Ουσιαστικό, Ο35) χρησιμοποιείται για δέσι- Φράσεις: ►Τραβάω / Τεντώνω
(σκοι-νί, γεν. –ιού, μο, κρέμασμα κ.λπ.: ►Έδεσε το σχοινί (= οδηγώ μια κατά-
πληθ. -ιά) σφιχτά το δέμα μ’ ένα χοντρό σταση στα άκρα) ►Το έδεσε
[αρχ. σχοινίον < σχοινί. σχοινί κορδόνι (= εμμένει σε
υποκορ. του αρχ. κάτι με ενοχλητικό τρόπο)
σχοῖνος] Παροιμ.: ►Στο σπίτι του κρεμα-
σμένου δε μιλάνε για σχοινί
σκοπός (ο) 1. αυτό που θέτει κανείς ως Συνών.: στόχος (1)
(Ουσιαστικό, Ο13) τελική επιδίωξη: ►Ο σκοπός Σύνθ: άσκοπος, σκοποβολή, αυ-
(σκο-πός) της ζωής του ήταν να σπουδάσει τοσκοπός
[αρχ. σκοπὸς (= στο Πανεπιστήμιο.
παρατηρητής)]
184
10-0102-16,5X23,5.indd 184 19/11/2015 2:09:36 µµ

