Page 186 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 186

σμήνος

                                 2. πρόσωπο που αναλαμβά-    Οικογ.  Λέξ.:  σκοπιά,  σκοπεύω,
                                 νει τη φύλαξη κάποιου συ-   σκόπευση,  σκόπιμος,  σκοπιμό-
                                 γκεκριμένου  χώρου,  φρου-  τητα
                                 ρός:  ►Στην  κεντρική  είσοδο   Φράσεις: ►Ο σκοπός αγιάζει τα
                                                             μέσα (= επιτρέπονται και αντι-
                                 του στρατοπέδου υπάρχει πάντο-  κανονικά  μέσα  για  ένα  θεμιτό
                                 τε  ένας σκοπός.            σκοπό)

               σκοτεινός, -ή, -ό  1.    που  βρίσκεται  στο  σκο-  Αντίθ.:  φωτεινός  (1),  καθαρός,
               (Επίθετο, Ε1, έμψυχα  τάδι: ►Ήταν μια σκοτεινή νύ-  σαφής (2)
               και άψυχα)        χτα χωρίς φεγγάρι.          Συνών.: περίπλοκος (3)
               (σκο-τει-νός)     2.  (μτφ.)  δυσνόητος,  ασα-  Σύνθ:  θεοσκότεινος,  κατασκό-
               [αρχ.  σκοτεινὸς  <   φής: ►Το νόημα  του κειμένου   τεινος
               σκότος]           είναι σκοτεινό και ακατανόητο.  Οικογ. Λέξ.: σκοτεινά (επίρρ.)
                                 3. (μτφ.)  αυτός που κρύβει   Προσδιοριζ.: περίοδος (1), υπό-
                                                             θεση (1, 3), πρόσωπο (3)
                                 κάποιο  μυστήριο,  ο  μυστη-
                                 ριώδης:  ►Αυτός  ο  άνθρωπος
                                 είναι  μια  σκοτεινή  προσωπικό-
                                 τητα.
                   σκύβω         1. (μτβ.) γέρνω το σώμα ή το  Συνών.: χαμηλώνω (1)
                   (Ρήμα, Ρ2)    κεφάλι προς τα εμπρός και   Οικογ.  Λέξ.:  σκυφτός,  σκυφτά
               (ενεστ.  σκύ-βω,  αόρ.  κάτω:  ►Έσκυψε  να  κόψει ένα   (επίρρ.), σκύψιμο
               έσκυψα,    παθ.  μτχ.  λουλούδι.              Φράσεις: ►Σκύβω το κεφάλι (=
               σκυμμένος)        2.  (μτβ.)  (μτφ.)  νοιάζομαι,   υποτάσσομαι)
               [μεσν.  σκύπτω  <   ενδιαφέρομαι  για  κάποιον
               αρχ. κύπτω]       ή για κάτι: ►Οι εκπαιδευτικοί
                                 σκύβουν με ενδιαφέρον στα προ-
                                 βλήματα των μαθητών.

                 σκυθρωπός,      αυτός  που    έχει  λυπημένη  Αντίθ.: ευδιάθετος, εύθυμος
                    -ή, -ό       έκφραση, που είναι άκεφος:  Συνών.: κατηφής, κατσούφης
               (Επίθετο,  Ε1,  έμψυ-  ►Παρακολουθούσε την αποχαι-  Οικογ. Λέξ.:  σκυθρωπότητα
               χα) (σκυ-θρω-πός)  ρετιστήρια τελετή  σιωπηλός και   Προσδιοριζ.: όψη, πρόσωπο
               [αρχ.  σκυθρωπὸς  σκυθρωπός.
               <  σκυθρὸς  (=  οργι-
               σμένος) +  ὁρῶ]
                 σμήνος (το)     1.  ομάδα  εντόμων  ή  που-  Συνών.: σμάρι, πλήθος (1)
                (Ουσιαστικό, Ο37)  λιών σε κίνηση: ►Σμήνη από  Σύνθ: σμηναγός, σμήναρχος
               (σμή-νος,  γεν.  -ους,  ακρίδες σκέπασαν τον ουρανό.  Οικογ. Λέξ.:  σμηνίας, σμηνίτης
               πληθ. -η)         2.  (μτφ.)  ομάδα  αεροπλά-
               [αρχ. σμῆνος]     νων  της  πολεμικής  αε-
                                 ροπορίας  υπό  την  ίδια







                                                  185





       10-0102-16,5X23,5.indd   185                                                  19/11/2015   2:09:36 µµ
   181   182   183   184   185   186   187   188   189   190   191