Page 187 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 187
σοφία
διοίκηση: ►Ένα σμήνος αερο-
πλάνων πετούσε πάνω από τον
χώρο της παρέλασης.
σοφία (η) 1. η ικανότητα να χρησι- Σύνθ: φιλοσοφία
(Ουσιαστικό, Ο19) μοποιεί κανείς τις γνώσεις Οικογ. Λέξ.: σοφός, σοφίζομαι,
(σο-φί-α, γεν. -ας, που απόκτησε κατά τέτοιον σόφισμα, σοφιστής, σοφιστική
πληθ. - ) τρόπο ώστε να οδηγείται σε Προσδιορ.: λαϊκή (1)
[αρχ. σοφία < σωστές κρίσεις και αποφά-
σο-φὸς] σεις: ►Αντιμετωπίζει τις δύ-
σκολες καταστάσεις με σοφία και
σύνεση.
2. η κατοχή πολλών γνώσε-
ων, πολυμάθεια, πολυγνω-
σία: ►Εντυπωσιάστηκε από τη
σοφία του καθηγητή του.
σπέρνω 1. (μτβ.) ρίχνω σπόρους στη Οικογ. Λέξ.: σπόρος, σπορά,
(Ρήμα, Ρ1) γη, για να φυτρώσουν: ►Το σπορέας, σποραδικός, σπέρμα
(ενεστ. σπέρ-νω, αόρ. φθινόπωρο οι αγρότες σπέρνουν Φράσεις: ►Σπέρνει ζιζάνια (=
έσπειρα, παθ. αόρ. το σιτάρι. δημιουργεί αφορμές για διχό-
σπάρθηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) (μτφ.) διαδίδω νοια) ►Φυτρώνει εκεί που δεν
σπαρμένος) τον σπέρνουν (= ανακατεύεται
[μεσν. σπέρνω < κάτι σε κάποιον: ►Ο Ρήγας σε ξένες υποθέσεις)
αρχ. σπείρω] Φεραίος έσπειρε επαναστατικές Παροιμ.: ►Όποιος σπέρνει ανέ-
ιδέες στους υπόδουλους λαούς μους, θερίζει θύελλες
της Βαλκανικής.
σπήλαιο (το) φυσικό βαθύ κοίλωμα κάτω Συνών.: σπηλιά
(Ουσιαστικό, Ο34) από το έδαφος ή μέσα σε Σύνθ: σπηλαιολόγος
(σπή-λαι-ο, γεν. βράχια: ►Το σπήλαιο του Οικογ. Λέξ.: σπηλιά
-αίου, πληθ. -αια) Δυρού στη Μάνη είναι ένα από Προσδιορ.: ανεξερεύνητο, πα-
[αρχ. σπήλαιον] τα ωραιότερα στην Ελλάδα. λαιολιθικό
Φράσεις: ►Οι άνθρωποι των
σπηλαίων (= οι πρωτόγονοι άν-
θρωποι)
σταθμός (ο) 1. ο τόπος στον οποίο σταθ- Σύνθ.: σταθμάρχης, σταθμαρ-
(Ουσιαστικό, Ο13) μεύουν τα συγκοινωνιακά χείο, ναύσταθμος
(σταθ-μός) μέσα: ►Ορισμένοι επιβάτες του Οικογ. Λέξ.: σταθμεύω, στάθ-
[λόγ. < αρχ. τρένου κατέβηκαν στον Σταθμό μευση
σταθ-μὸς < ἵστημι] Λαρίσης. Προσδιορ.: ηλεκτρικός, πυρηνι-
κός, υδροηλεκτρικός, διαστημι-
κός, ειδησεογραφικός, αστυνο-
μικός, βρεφονηπιακός (2)
186
10-0102-16,5X23,5.indd 186 19/11/2015 2:09:36 µµ

