Page 188 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 188
στάση
2. το κτίριο και οι ειδικές διαστημικός, ειδησεογραφικός,
εγκαταστάσεις όπου στεγά- αστυνομικός, βρεφονηπιακός (2)
ζονται διάφορες υπηρεσίες:
►Ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών
βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
3. (μτφ.) σημαντικό γεγονός
που αποτελεί την αρχή νέας
περιόδου: ►Η Γαλλική επανά-
σταση αποτέλεσε σταθμό στην
ευρωπαϊκή ιστορία.
σταματώ 1. (αμτβ.) παύω να κινού- Αντίθ: συνεχίζω, εξακολουθώ (1,
(Ρήμα, Ρ5) μαι ή να λειτουργώ, στέκο- 2)
(ενεστ. στα-μα-τώ, μαι: ►Το τρένο σταμάτησε στον Συνών: ακινητοποιώ (2)
αόρ. σταμάτησα, σταθμό Θεσσαλονίκης. Φράσεις: ►Σταματά το βλέμμα
παθ. μτχ. σταματη- 2. (μτβ.) κάνω κάποιον ή μου σε κάτι (= κάτι μου τραβάει
μένος) κάτι να διακόψει την πο- την προσοχή)
[μεσν. σταματῶ
< αρχ. ἵσταμαι (= ρεία του: ►Ο τροχονόμος
στέκομαι)] σταμάτησε την κυκλοφορία των
αυτοκινήτων.
στάση (η) 1. το προσωρινό σταμάτημα Σύνθ: κατάσταση, ένσταση, ανά-
(Ουσιαστικό, Ο27) και ο τόπος που σταματούν σταση, διάσταση, παράσταση,
(στά-ση, γεν. -ης, για λίγο τα μεταφορικά αντίσταση, περίσταση, σύσταση
-εως, πληθ. -εις) μέσα, για την αποβίβαση ή Οικογ. Λέξ.: στασιάζω, στασια-
[λόγ. < αρχ. στάσις επιβίβαση επιβατών: ►Το στής, στάσιμος, στασιμότητα
< ἵστημι] αστικό λεωφορείο κάνει στάση Προσδιορ.: αποφασιστική, ιπ-
μπροστά στο Δημαρχείο. ποτική, αμυντική, ενδεδειγμένη,
υπεύθυνη (3)
2. η θέση του σώματος: ►Οι Φράσεις: ►Στάση του Νίκα (=
στρατιώτες στέκονται σε στάση επανάσταση με σκοπό την ανα-
προσοχής, όταν χαιρετούν τους τροπή του Ιουστινιανού)
αξιωματικούς.
3. (μτφ.) ο τρόπος με τον
οποίο συμπεριφέρεται κά-
ποιος: ►Η στάση του απέναντί
μου ήταν πάντοτε φιλική.
4. (μτφ.) εξέγερση, ανταρ-
σία, κίνημα: ►Έγινε στάση
στις φυλακές των κρατουμένων.
187
10-0102-16,5X23,5.indd 187 19/11/2015 2:09:36 µµ

